Η τουρκική εισβολή και η κατοχή του 37% των εδαφών της Κυπριακής Δημοκρατίας δημιούργησε ένα status quo που άλλαζε άρδην τις κοινωνικές, πολιτικές και οικονομικές πραγματικότητες στο νησί. Στις ελεύθερες περιοχές, οι οποίες παρέμειναν υπό τον έλεγχο της Κυπριακής Δημοκρατίας, άρχισε να δημιουργείται μια νέα πολιτική τάξη πραγμάτων, επηρεασμένη από τα νέα δεδομένα και εντελώς διαφορετική από αυτή που προϋπήρχε της εισβολής. Δημιουργήθηκαν δύο νέα κόμματα, ο Δημοκρατικός Συναγερμός και το Δημοκρατικό Κόμμα τα οποία, από κοινού με το ΑΚΕΛ και την ΕΔΕΚ που προϋπήρχαν, συναποτέλεσαν το κομματικό σύστημα που γνωρίζουμε μέχρι σήμερα. Κατά καιρούς δημιουργήθηκαν και άλλα κόμματα τα οποία αποδείχτηκαν θνησιγενή, με εξαίρεση το Κίνημα Οικολόγων και το Ευρωπαϊκό Κόμμα που έχουν καθιερωθεί ως παράγωγα κοινωνικοπολιτικών εξελίξεων των τελευταίων 20 ετών.

Το «μικρό θαύμα» και το «μεγάλο παράσιτο»

Εν τω μεταξύ, η κυπριακή κοινωνία άρχισε να πραγματοποιεί το «μικρό της θαύμα». Ξεπέρασε τη βαθύτατη πληγή της εισβολής (οικονομική, δημογραφική και ψυχολογική) και έθεσε το κράτος σε πρωτοφανή τροχιά ανάπτυξης. Οι Κύπριοι δούλεψαν σκληρά και ανέπτυξαν υγιείς θεσμούς, υποδομές και επιχειρήσεις. Η Κύπρος κατέστη μοντέλο κράτους και οικονομίας για όλη την περιοχή της Ανατολικής Μεσογείου και της Μέσης Ανατολής. Ταυτόχρονα, η δημοκρατική νομιμότητα (που τόσο είχε πληγεί κατά τα χρόνια πριν την εισβολή) αποκαταστάθηκε, η εναλλαγή στην εξουσία γινόταν ομαλά μέσω εκλογών οι οποίες είχαν πολύ ψηλή συμμετοχή, ενώ η μαζική στράτευση, η ισχυροποίηση της Εθνικής Φρουράς και (ενίοτε) οι εγγυήσεις ασφάλειας της Ελλάδας παρείχαν το απαιτούμενο αίσθημα ασφάλειας για να λειτουργεί το κράτος και να αναπτύσσεται η κοινωνία και η οικονομία. Όλα φαίνονταν να είχαν πάρει το δρόμο τους και να λειτουργούν ομαλά, παρά την κατοχή. Εν τούτοις, τα υγιή σώματα είναι συνήθως αυτά που καθίστανται ιδανικοί ξενιστές για τα πιο επικίνδυνα παράσιτα.

Η κυπριακή οικονομία παρήγαγε χρήμα. Τα νοικοκυριά ευημερούσαν και η μεσαία τάξη γιγαντώθηκε. Ως αποτέλεσμα, το κράτος είχε σημαντικά έσοδα. Τα έσοδα αυτά του έδιναν τη δυνατότητα να αναπτύσσεται και να ισχυροποιείται. Μαζί του όμως αναπτύσσονταν και ισχυροποιούνταν κρατικοδίαιτες νοοτροπίες και μηχανισμοί αναδιανομής πλούτου και πολιτικής δύναμης. Στο επίκεντρο αυτής της παρασιτικής λειτουργίας ήταν τα κόμματα, τα οποία δημιούργησαν ένα τεράστιο παζάρι εξαγοράς πολιτικής υποστήριξης έναντι «αγαθών» όπως διορισμοί στο δημόσιο, προαγωγές, ευνοϊκές μεταθέσεις, παραμερισμός αξιολογήσεων κ.α. Τα κόμματα, έχοντας κατορθώσει να εγκαταστήσουν δομές ελέγχου σε όλα τα σημαντικά κέντρα λήψης αποφάσεων, στην ουσία λυμαίνονταν το κράτος για το δικό τους όφελος. Δημιούργησαν έτσι ένα κλειστό κύκλωμα στο οποίο συμμετείχαν, σε αρμονία μεταξύ τους, υπό τον έλεγχο κυρίως των μεγάλων κομμάτων. Πέραν του κράτους, κατόρθωσαν να εγκαταστήσουν δομές παρέμβασης και σε σημαντικούς τομείς του ιδιωτικού τομέα όπως ο αθλητισμός (κυρίως το δημοφιλές ποδόσφαιρο), ο εργατικός συνδικαλισμός, η εκκλησία, ακόμα και τομείς του κατ’ εξοχήν ιδιωτικού κεφαλαίου όπως οι τράπεζες και το χρηματιστήριο. Όλο αυτό το σύστημα ελέγχου δημιούργησε μια στρατιά ευνοούμενων, εκείνους που για τον Α ή Β λόγο είχαν «τα μέσα». Λειτούργησε όμως εις βάρος της αξιοκρατίας, του κράτους δικαίου, της ισονομίας και, σε τελική ανάλυση, της εύρυθμης λειτουργίας του κράτους και της οικονομίας. Σταδιακά, δίκην αντίδρασης, δημιουργήθηκε και μία παράλληλη στρατιά, αυτή των «αηδιασμένων». Οι τελευταίοι συχνά ήταν άτομα υψηλού δείκτη μόρφωσης που έζησαν και σπούδασαν στο εξωτερικό, σε πολιτείες με υγιείς θεσμούς και κοινωνικά συστήματα. Ήταν όλοι εκείνοι οι άριστοι συμπολίτες μας που αισθάνονταν απαξίωση έναντι των κομμάτων και των φαινομένων της διαπλοκής, της διαφθοράς, της αναξιοκρατίας και της ημετεροκρατίας.

Ποιος φταίει;

Το φαινόμενο των «αηδιασμένων» άρχισε να γίνεται ορατό μέσω των ψηλών ποσοστών εκλογικής αποχής που παρατηρούνται τα τελευταία χρόνια. Εσχάτως εντάθηκε εν μέσω της οικονομικής κρίσης και της ψηλής ανεργίας στις τάξεις κυρίως των νέων επιστημόνων. Ως αποτέλεσμα, τα κομματικά δεσμά άρχισαν εν μέρει να αδυνατίζουν. Μεσολάβησε βέβαια και η τραγωδία στο Μαρί που ανέδειξε την γύμνια και την ανεπάρκεια της πολιτικής μας ελίτ, αλλά και η τύχη του πορίσματος Πολυβίου που οδήγησε στην πλήρη απαξίωση των θεσμών. Αυτά οδήγησαν τον Πρόεδρο Δημήτρη Χριστόφια στο να καταστεί ο πρώτος Πρόεδρος στην ιστορία της Κυπριακής Δημοκρατίας που δεν διεκδικεί επανεκλογή. Το να λέει βέβαια κανείς ότι για τη σημερινή κατάσταση της οικονομικής κρίσης και της πλήρους απαξίωσης των θεσμών «φταίει ο Χριστόφιας» και η κυβέρνησή του απαντά μόνο επιφανειακά στα καταθλιπτικά ερωτήματα της εποχής μας.

Βαθύτερα, συστημικά αίτια

Ο απερχόμενος Πρόεδρος και η αυστηρά κομματική κυβέρνησή του δεν κατάφεραν σε καμία περίπτωση να ανταποκριθούν στις πολυσύνθετες ανάγκες ενός σύγχρονου κράτους. Όμως οι πραγματικές απαντήσεις κρύβονται βαθύτερα. Δεν είναι μόνο η κυβέρνηση ή το ΑΚΕΛ που νοσούν. Είναι ολόκληρο το σύστημα που έχει χρεοκοπήσει, το οποίο με τον παλαιοκομματισμό και τη φαυλοκρατία που καλλιέργησε μας έφερε εδώ, στο χείλος της πολιτικής, οικονομικής και θεσμικής χρεοκοπίας. Το σύστημα αυτό το υπηρέτησαν αρκετοί, αλλά το «δόξασαν» κυρίως τα μεγάλα κόμματα. Οι 900 και πλέον ωρομίσθιοι υπάλληλοι του δημοσίου που βρέθηκαν στους δρόμους, εκτοξεύοντας το δείκτη της ανεργίας, είναι το κλασικό παράδειγμα πολιτών που εξαπατήθηκαν από το σύστημα αυτό. Άνθρωποι οι οποίοι διεκδίκησαν το όνειρο της ασφάλειας του δημοσίου, το οποίο τα κόμματα προέβαλλαν ως δέλεαρ στην πελατεία τους. Όταν όμως οι διεθνείς οικονομικές συνθήκες πυροδότησαν το φυτίλι και «έσκασε η βόμβα» της δημοσιονομικής χρεοκοπίας αποδείχθηκε ότι οι υποσχέσεις αυτές ήταν χωρίς αντίκρισμα. Το κομματικό σύστημα ισχυροποιείτο εις βάρος του κράτους, με αποτέλεσμα να το καταστρέψει.

Μια νέα πολιτική τάξη πραγμάτων

Το σύστημα λοιπόν χρεοκόπησε. Πήρε όμως μαζί του στον πάτο ολόκληρη την κυπριακή οικονομία και το κράτος. Αν μέσα από αυτή τη «μαυρίλα» προβάλλει μια ευκαιρία, είναι αυτή της εξυγίανσης της πολιτικής μας ζωής. Μόνο μέσα από μια νέα πολιτική τάξη πραγμάτων, ένα νέο μοντέλο συνύπαρξης πολιτών-κομμάτων-κράτους μπορεί να αποφύγουμε στο μέλλον παρόμοιες καταστροφές. Ένα μοντέλο στο οποίο θα πρυτανεύει η λογική των αρίστων και όχι του «μέσου» και στο οποίο τα κόμματα δεν θα καταπατούν τους όρους εντολής τους. Ένα μοντέλο που θα στείλει τις νοοτροπίες της κομματοκρατίας και του αναχρονιστικού πελατειακού συστήματος στο πυρ της ιστορίας. Με αυτές τις σκέψεις θα προσέλθουν οι πολίτες στις κάλπες των προεδρικών εκλογών και με αυτά τα δεδομένα ενώπιών τους καλούντα να λάβουν τις αποφάσεις τους.

 

Ο Μιχάλης Κοντός είναι πολιτικός επιστήμονας και διεθνολόγος, διευθυντής του Κέντρου Επιστημονικού Διαλόγου και Έρευνας

http://kede-cyprus.org/members/

 

Αναδημοσίευση από το περιοδικό LEGACY, Special Elections Edition (Φεβρουάριος 2013)

Σχόλια

Σχόλια