Το πιο κάτω κείμενο των Χριστίνα Ιωάννου και Αχιλλέα Αιμιλιανίδη δημοσιεύθηκε στο EuroDialogue: Journal of International Relations, European, Economic and Social Studies, Fall 2012, Vol. 2, pp. 171-181.

Εισαγωγή

Καθώς η ευρωπαϊκή οικονομική κρίση βαθαίνει, η Ένωση έρχεται επίσης αντιμέτωπη με μια σειρά από παραπληρωματικές κρίσεις, που απορρέουν η μια από την άλλη. Εν πρώτοις, η ΕΕ βιώνει μια δημοσιονομική κρίση η οποία, αν και έχει άμεσα σχεδόν συσχετιστεί προσφάτως με την Ελλάδα, κλονίζει γενικότερα τον Ευρωπαϊκό νότο. Κατά δεύτερο γίνεται αισθητή μια κρίση ανταγωνισμού μεταξύ των χωρών της ευρωζώνης, απόρροια των ελλειμμάτων και των ανισοτήτων στα εμπορικά ισοζύγια τους. Ταυτόχρονα μαίνεται η τραπεζική κρίση, απότοκο κυρίως της ανεπαρκής επιτήρησης και του ανεπαρκούς ελέγχου των τραπεζών και των χρηματαγορών. Τα ιστορικά χαμηλά επιτόκια που ακολούθησαν την εισαγωγή του ευρώ σε πολλά κράτη μέλη, είχαν ως συνέπεια να λαμβάνονται δάνεια με μεγάλη επιπολαιότητα και να διογκώνεται ο κρατικός μηχανισμός όλο και περισσότερο. Και όλες οι υπόλοιπες κρίσεις καθρεφτίζονται στην πολιτική κρίση.

Οι πολλαπλές αυτές κρίσεις που απειλούν σήμερα την ΕΕ έχουν καταστήσει σαφές ότι η ανταγωνιστικότητα των κρατών της ευρωζώνη παρουσιάζει μεγάλες παρεκκλίσεις. Τόσο το έλλειμμα ανταγωνιστικότητας σε πολλές περιπτώσεις, όσο και οι δημοσιονομικοί εκτροχιασμοί των οικονομιών και το μη βιώσιμο χρέος, έχουν οδηγήσει σε βαθύτατες μακροοικονομικές ανισορροπίες του ευρώ ανάμεσα στις πλεονασματικές και πιο ανταγωνιστικές χώρες του Ευρωπαϊκού Βορρά από την μια, και τις ελλειμματικές, λιγότερο ανταγωνιστικές χώρες του Ευρωπαϊκού Νότου από την άλλη. Την ίδια ώρα, αμφίβολο παραμένει το κατά πόσο οδεύουμε προς την έξοδο από την κρίση χρέους, όταν η «κοινή» οικονομική πολιτική του Οργανισμού δεν φαντάζει και τόσο «κοινή», ενώ  ο πολυσυζητημένος πανευρωπαϊκός μηχανισμός εποπτείας των τραπεζών – ο οποίος αναμένεται να ενσωματώσει τους ήδη υπάρχοντες αντίστοιχους εθνικούς μηχανισμούς – δεν πρόκειται να αποτελέσει εύκολο εγχείρημα.

Ενόσω κυριαρχούν οι πιο πάνω συνθήκες, οι ασκήσεις αισιοδοξίας εκ μέρους Βρυξελλών φαντάζουν μάταιες στα μάτια του απλού πολίτη, ο οποίος γίνεται σήμερα μάρτυρας της κατάρρευσης του Ευρωπαϊκού κοινωνικού μοντέλου, γεγονός που έχει ως αποτέλεσμα διαρκώς να κλονίζεται η εμπιστοσύνη του στους Ευρωπαϊκούς θεσμούς. Γεγονός είναι ότι το μνημονιακό μοντέλο δεν οδηγεί την ΕΕ εκτός της χρηματοπιστωτικής κρίσης. Τόσο οι περικοπές, όσο και η συγκράτηση δαπανών στα κράτη-μελή που έχουν επιβάλει τα αυστηρά δημοσιονομικά αυτά μέτρα, φαίνεται να έχουν καταστήσει την Τρόικα μέρος του προβλήματος της οικονομικής ύφεσης και όχι μέρος της λύσης. Είναι εξαιρετικά αμφίβολο κατά πόσο η ανάκαμψη μπορεί να συντελεστεί μέσα από μέτρα αυστηρής λιτότητας όπως εκτιμάται μέχρι σήμερα, και κατά πόσο τα μέτρα αυτά αποτελούν την «συνολική λύση» του προβλήματος – «the comprehensive solution», όπως συχνά ακούγεται δημοσίως από τα όργανα της ΕΕ.[1]

 

Νομισματική Ένωση χωρίς Οικονομική Ένωση

Η ΕΕ απέτυχε να αναγνωρίσει έγκαιρα τις «συστημικές διαστάσεις» του προβλήματος. Είναι πλέον σαφές – εκ του αποτελέσματος – ότι μια κοινή νομισματική πολιτική δεν μπορεί να διαρκέσει, χωρίς την ύπαρξη μιας αυστηρά συντονισμένης οικονομική πολιτική. Και εδώ ακριβώς εντοπίζεται το μεγαλύτερο θεσμικό πρόβλημα του Οργανισμού. Η Οικονομική και Νομισματική Ένωση (ΟΝΕ), η οποία θεσπίστηκε στις αρχές της δεκαετίας του 90’ με την Συνθήκη του Μάαστριχτ, προϋπέθετε μια νομισματική ένωση, κτισμένη γύρω από το μοντέλο της ευρωζώνης και με επικεφαλή την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα (ΕΚΤ). Δεν προϋπόθετε όμως πρακτικά οικονομική ένωση. Μια οικονομική ένωση με την έννοια τόσο της δημοσιονομικής ένωσης όσο και της τραπεζικής ένωσης: δυο πολύ βασικά – όπως και εκ των υστέρων αποδείχτηκε – γνωρίσματα ενός ορθού οικονομικού μοντέλου.

Τόσο ο Ντελόρ, όσο και οι άλλοι εμπνευστές της ΟΝΕ, πίστεψαν ότι η οικονομική ένωση θα ακολουθούσε αυτόματα τη νομισματική ενοποίηση. Αντίθετα όμως, οι κυβερνήσεις των κρατών-μελών της ευρωζώνης δεν ένιωθαν την πίεση να προχωρήσουν με το εγχείρημα της περαιτέρω οικονομικής συνοχής, ενόσω οι οικονομίες τους βίωναν τους καρπούς της ΟΝΕ και της εισαγωγής του κοινού νομίσματος. Η πεποίθηση ήταν ότι η περαιτέρω ελευθερία διακίνησης κεφαλαίων θα οδηγούσε σε περισσότερες επενδύσεις στα κράτη μέλη της Ευρωπαϊκής περιφέρειας (κυρίως λόγω του χαμηλότερου εργατικού κόστους) και έτσι η σύγκλιση των οικονομιών θα αποτελούσε ένα φυσικό επακόλουθο. Η πιο πάνω προσέγγιση όμως υπερεκτιμά την σημασία της ελεύθερης διακίνησης κεφαλαίων και παραγνωρίζει άλλες προϋποθέσεις. Η ανάπτυξη δεν είναι αποκλειστικά και μόνο θέμα οικονομικό που προέρχεται απλά από την εισροή επενδυτικών κεφαλαίων σε μια χώρα. Η ανάπτυξη προϋποθέτει και άλλων μορφών μεταρρυθμίσεις, όπως για παράδειγμα σε κρατικούς μηχανισμούς, στην δημόσια διοίκηση κτλ.

Όσον αφορά στον τραπεζικό τομέα, υπήρχε η πεποίθηση ότι το έλλειμμα στο ισοζύγιο πληρωμών δεν θα ξέφευγε από κάποια επιτρεπτά όρια, αφού η υπέρβαση του θα οδηγούσε, λογικά, σχεδόν αυτόματα, τις τράπεζες σε μη άλογη χρηματοδότηση των επιχειρήσεων. Κάτι τέτοιο σίγουρα δεν έγινε. Ακόμα και όταν οι τράπεζες δεν ήταν πια σε θέση να δανείζονται από άλλες τράπεζες, ο κρατικός παρεμβατισμός μπήκε στο παιχνίδι και με δικό τους δανεισμό τα κράτη στήριξαν το τραπεζικό σύστημα. Αυτό δημιούργησε τεράστια δημόσια χρέη τα οποία απλά μεγάλωσαν το χάσμα των ανισοτήτων μεταξύ των κρατών.

Τα πιο πάνω αποτελέσματα δεν ήταν ποτέ μέρος του οράματος για ένα κοινό νόμισμα. Τόσο στην έκθεση Ντελόρ (Delors report) του 1989, όσο και στον προκάτοχο της, την έκθεση Βέρνερ (Werner report) του 1970, η οικονομική ένωση αποτελούσε, θεωρητικά τουλάχιστον, βασική προϋπόθεση της νομισματικής ένωσης. Όταν όμως τα γεωπολιτικά συμφέροντα μπήκαν ενεργά στο παιχνίδι στις αρχές της δεκαετίας του 90’, το Παρίσι άσκησε ιδιαίτερες πιέσεις για την ολοκλήρωση της Συνθήκης της ΕΕ και την δημιουργία του κοινού νομίσματος, φοβούμενο κυρίως την επικείμενη κυριαρχία της Γερμανίας μετά την ενοποίηση της χώρας. Εν μέσω πιέσεων, αλλά και ενός αγώνα δρόμου να υιοθετηθεί το ευρώ πριν την Ανατολική Διεύρυνση του 2004, πολλά ζητήματα παρέμειναν εκκρεμή ως προς το μακροοικονομικό κομμάτι των διαπραγματεύσεων. Οι ανισότητες μεταξύ των οικονομιών των κρατών μελών που υιοθέτησαν το ευρώ ήταν σίγουρα εμφανείς, όπως ήταν και οι παρεκκλίσεις στην μακροοικονομική τους πολιτική. Επιπρόσθετα, εκτός του ότι δεν θεσπίστηκε μια κεντρική δημοσιονομική αρχή για να διατηρεί εποπτεία, δεν τέθηκε ούτε αυστηρή δημοσιονομική πειθαρχία. Αντίθετα, οι δείκτες του Μάαστριχτ άφηναν αρκετό περιθώριο διακύμανσης στα διάφορα οικονομικά κριτήρια τα οποία σχεδιάστηκαν για να ελέγχουν. Αυτό ξεκάθαρα αντικατόπτριζε τον βαθμό πολιτικών συμβιβασμών που έγιναν.

 

Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα

Η ΟΝΕ δεν είχε τις βάσεις για ένα θεσμικό μηχανισμό ο οποίος θα μπορούσε να επαναφέρει οικονομική σταθερότητα σε περιόδους κρίσης και να προσελκύσει επενδυτικά κεφάλαια σε περιόδους αβεβαιότητας των αγορών. Η απουσία ενός Ευρωπαϊκού οίκου αξιολόγησης είναι μια σοβαρότατη, για παράδειγμα, έλλειψη της οποίας μπορεί σήμερα κάποιος να κατανοήσει τη σημασία. Καθώς το κόστος δανεισμού έπεσε δραματικά μετά την υιοθέτηση του ευρώ, ακολουθώντας τα ιστορικά χαμηλά επιτόκια της Γερμανίας, τα νέα  κράτη μέλη απέκτησαν πρόσβαση σε τεράστια κεφάλαια και άρχισαν να δανείζονται ανεξέλεγκτα. Ερήμην ενός Ευρωπαϊκού οίκου αξιολόγησης, ο κίνδυνος και η αβεβαιότητα που προκαλούσε  ο ανεξέλεγκτος αυτός δανεισμός, δεν εκτιμήθηκε ορθά. Οι κυβερνήσεις βρέθηκαν με δυσβάστακτα χρέη και το μοναδικό θεσμικό όργανο της ευρωζώνης – η ΕΚΤ – δεν ήταν σε θέση να αντιμετωπίσει την κατάσταση.

Πέραν του ότι δεν υπήρχε ένας Ευρωπαϊκός μηχανισμός σταθερότητας και έπρεπε άμεσα να θεσπιστεί αυτό το πλαίσιο, η απουσία μιας ενιαίας δημοσιονομικής αρχής έγινε ιδιαίτερα αισθητή. Η ΕΚΤ δεν ήταν σε θέση να ακολουθήσει μια νομισματική πολιτική, όπως έπραξε για παράδειγμα η Ομοσπονδιακή Τράπεζα των ΗΠΑ.[2] Αντίθετα με την περίπτωση της ΕΚΤ, η Ομοσπονδιακή Τράπεζα των ΗΠΑ μπορούσε να βασιστεί στην Ομοσπονδιακή Κυβέρνηση της χώρας για δημοσιονομικό έλεγχο, τόσο βραχυπρόθεσμα, όσο και μακροπρόθεσμα. Τέτοιου είδους θεσμοί παραμένουν άγνωστοι στην περίπτωση της ΕΕ.

Σήμερα η ΕΚΤ, όχι μόνο δεν είναι σε θέση να αποτρέψει την χρεοκοπία καταφεύγοντας στην εκτύπωση νέου χρήματος και στον καθησυχασμό των αγορών, αλλά είναι και αμφίβολο αν μια παρόμοια ενέργεια από το κατ’ εξοχήν οικονομικό όργανο της ΕΕ είναι θεμιτή. Στόχος της ΕΚΤ δεν είναι ο καθησυχασμός των αγορών και η γρήγορη έξοδος από την κρίση. Είναι η δημιουργία πιέσεων προς τις εθνικές κυβερνήσεις για να πραγματοποιήσουν μεταρρυθμίσεις, ιδιαίτερα προς τις κυβερνήσεις του Ευρωπαϊκού νότου, που χαρακτηρίζονται από υστερήσεις στην οργάνωσης της δημόσιας διοίκησης τους, αναποτελεσματικότητα στην προσφορά κρατικών υπηρεσιών, μεγάλο δημόσιο τομέα με πολλά ωφελήματα και μικρότερα ωράρια και δυνατές συντεχνίες μεταξύ άλλων.[3] Οι πιέσεις αυτές διαμορφώνονται από την ΕΚΤ μέσα από υποσχόμενα κεφάλαια διάσωσης, τα οποία χρησιμοποιούνται για την αγορά κρατικών ομολόγων στην πρωτογενή αγορά. Ενόσω το κράτος μέλος συμμορφώνεται με τους όρους ενός προσυμφωνημένου προγράμματος διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων, η εισροή κεφαλαίων με την μέθοδο αυτή (την αγορά ομολόγων των «προβληματικών» χωρών) θα συνεχίζεται. Το κράτος βέβαια θα πρέπει εξαρχής να υποβάλει αίτηση και να συνυπογράψει συμφωνία για εξωτερική παρακολούθηση των μεταρρυθμίσεών του.

Αναντίλεκτα, τα νέα αυτά δεδομένα ενδυναμώνουν την ΕΚΤ, δίνοντας της περισσότερες αρμοδιότητες. Στο τέλος της ημέρας όμως, αυτό που ξεκάθαρα διαφαίνεται είναι η αποτυχία των ηγετών της Ευρωζώνης να προβούν σε μια έγκαιρη διάγνωση και αντιμετώπιση της κρίσης τα τελευταία δύο χρόνια. Η βραδύτητα η οποία επέδειξαν επιδείνωσε την κατάσταση, αφού διαφάνηκε σε όλο του το μέγεθος το πρόβλημα της έλλειψης μηχανισμών για την πρόληψη, την διαχείριση και την επίλυση κρίσεων στην Ευρωζώνη.

Προς μια Ευρωπαϊκή Τραπεζική Ένωση;

Είναι σαφές ότι ο απλός οικονομικός συντονισμός δεν είναι αρκετός. Για την επιβίωση της ευρωζώνης είναι σημαντικό να αποκατασταθεί η εμπιστοσύνη στο χρηματοπιστωτικό της σύστημα και να νιώσουν οι αποταμιευτές το αίσθημα της ασφάλειας. Όλα αυτά χάθηκαν στην ΕΕ, επειδή ακριβώς παρόλη την ανάπτυξη και την αυξανόμενη διασυνοριακή δράση των τραπεζών, η εποπτεία των δραστηριοτήτων τους παραμένει εθνική υπόθεση. Εδώ ακριβώς εντοπίζεται η μεγαλύτερη ίσως από τις αδυναμίες του ευρωζωνικού συστήματος, μιας και τόσο το ενιαίο νόμισμα, όσο και η χρηματοπιστωτική ολοκλήρωση, κατέστησαν την ζώνη του ευρώ ιδιαίτερα ευάλωτη έναντι των κρίσεων, αφού διαμορφώνεται ένα σχήμα ντόμινο μεταξύ κρατών.

Η λύση που σήμερα προτείνεται είναι η δημιουργία μιας ενιαίας εποπτικής αρχής των τραπεζών, δίνοντας έτσι στην ΕΚΤ νέες αρμοδιότητες και καθήκοντα. Πιστεύεται ότι ένας τέτοιος χρηματοπιστωτικός μηχανισμός θα παρέχει μεγαλύτερη προστασία και εγγύηση των καταθέσεων, καθώς και θέσπιση κεφαλαιακών απαιτήσεων για τις τράπεζες. Το σημερινό θεσμικό πλαίσιο της ΕΕ απέτυχε στον τομέα αυτό. Και με την σειρά της η χρηματοπιστωτική κρίση που επήλθε εξελίχτηκε σε πολιτική κρίση και σε κρίση εμπιστοσύνης των Ευρωπαίων πολιτών προς τα θεσμικά όργανα της ΕΕ.[4]

 

Διευρύνοντας το Πλαίσιο: Η Οικονομία ως Απότοκο της Πολιτικής

Οποιαδήποτε ανάγνωση της οικονομικής κρίσης που είναι αποκομμένη από την ευρύτερη πολιτική και θεσμική κρίση της ΕΕ, παραμένει ημιτελής, ανήμπορη να συμβάλει στην κατανόηση και αντιμετώπιση των προβλημάτων. Η διαδικασία ευρωπαϊκής ενοποίησης οικοδομήθηκε στη διάρκεια του ψυχρού πολέμου, σε μια περίοδο στην οποία επικρατούσαν ιδανικές οικονομικές και πολιτικές συνθήκες για μια παρόμοια προσπάθεια. Η διεύρυνση του 2004 σηματοδότησε το τέλος του ψυχρού πολέμου και οδήγησε σε μια περίοδο πολιτικής και ιδεολογικής ευφορίας.  Η απόρριψη της Συνταγματικής Συνθήκης όμως, υπήρξε η αφορμή για να εξωτερικευθούν τα προβλήματα της ΕΕ και να ξεκινήσει μια περίοδος θεσμικής κρίσης και σκεπτικισμού για το μέλλον της ΕΕ. Το διεθνές περιβάλλον παρουσιάζει πολύ πιο σύνθετα διλήμματα σε σχέση με τα φαινομενικά πιο ασπρόμαυρα διλήμματα της περιόδου του ψυχρού πολέμου.

Αν και οι πρωταρχικοί στόχοι της κίνησης προς την ευρωπαϊκή ενοποίηση υπήρξαν πολιτικοί, τα βασικά μέσα που χρησιμοποιήθηκαν για την επίτευξή τους ήταν οικονομικά. Η αδιαμφισβήτητη πρόοδος που συντελέστηκε όμως ως προς την οικονομική ολοκλήρωση, ιδιαίτερα μετά την καθιέρωση του κοινού ευρωπαϊκού νομίσματος, δεν μπορούσε αφ’ εαυτής να οδηγήσει στην πολιτική ολοκλήρωση, αλλά ούτε και να επιλύσει τα προβλήματα που προκύπτουν από τη σύνδεση της πολιτικής με την οικονομία στο πεδίο των διεθνών σχέσεων. Η παραγνώριση της σύνδεσης πολιτικής και οικονομικής ενοποίησης υπήρξε μια από τις πλέον εσφαλμένες προσεγγίσεις των θεωρητικών της ΕΕ. Η ΕΕ παρέμεινε δεσμευμένη στρατιωτικά και πολιτικά από τις εκάστοτε αποφάσεις του ΝΑΤΟ, ανίκανη να χαράξει κοινή εξωτερική πολιτική για ζητήματα που επηρεάζουν τα ζωτικά συμφέροντα των κρατών – μελών της ή να εμπνεύσει τους πολίτες της. Επιπρόσθετα η ΕΕ εμφανίστηκε απρόθυμη να αναλάβει δράση ακόμα και σε περιπτώσεις κατά τις οποίες απειλούνταν κυριαρχικά εδαφικά δικαιώματα των ιδίων των κρατών – μελών της, με χαρακτηριστική την στάση της στην εισβολή του Μαρόκου στα ισπανικά νησιά Περεχίλ στις 11 Ιουνίου 2002, την οποία επακολούθησε η τελική δήλωση της Ένωσης, μετά από παρέμβαση της Ουάσιγκτον, πως η Ένωση δεν θα αναμιχθεί, ούτε καν για να διαμεσολαβήσει σχετικά με το πρόβλημα. Παρόμοια στάση εξάλλου τήρησε η Ευρωπαϊκή Ένωση αναφορικά με το κυπριακό πρόβλημα, τόσο ως προς το σχέδιο Ανάν, όσο και ως προς τις σχέσεις Κύπρου-Τουρκίας, εφόσον αδυνατούσε, ενόψει της σύγκρουσης με τα αμερικανοβρετανικά συμφέροντα, να υπερασπίσει τα καλώς νοούμενα ενωσιακά συμφέροντα και να εμμείνει στο αίτημα για απαρέκκλιτη εφαρμογή του κοινοτικού κεκτημένου σε οποιαδήποτε μελλοντική λύση του κυπριακού προβλήματος.

Παρομοίως στο πεδίο της κοινωνικής πολιτικής η συντελούμενη πρόοδος υπήρξε συγκριτικά ελάσσονος σημασίας. Η βαθιά ιδεολογική διαίρεση ανάμεσα στους σοσιαλδημοκράτες και τους φιλελευθέρους, σε συνδυασμό με την ιδιαίτερα ευαίσθητη φύση των ζητημάτων της μετανάστευσης και του κράτους προνοίας, οδήγησαν στη χαλαρή συνεργασία και στις άτυπες συμφωνίες μεταξύ ορισμένων κρατών – μελών, παρά στη διαχείριση των ζητημάτων με επίσημες αποφάσεις του συνόλου των κρατών – μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Εξίσου σημαντικά είναι τα προβλήματα που προκαλεί η αύξηση του ευρωσκεπτικισμού στους πολίτες των κρατών μελών της Ένωσης. Το εμφανές δημοκρατικό έλλειμμα της Ένωσης σε συνδυασμό με την υπέρμετρη γραφειοκρατία έχουν οδηγήσει τους πολίτες είτε σε αδιαφορία για τα ευρωπαϊκά δρώμενα, είτε σε αντίδραση.

Η διαδικασία παραχώρησης κρατικών εξουσιών σε ένα διακρατικό θεσμό, ο οποίος ελέγχεται κατ’ ουσία από οικονομικά συμφέροντα και διοικείται από πολιτικά ανεύθυνους τεχνοκράτες απέδειξε τις εγγενείς της αδυναμίες κατά τη διενέργεια των δημοψηφισμάτων για μια συνθήκη που υπερφίαλα αποκλήθηκε ως «Σύνταγμα». Οι αναλύσεις εστίασαν στις κινδυνολογίες περί χαμένης ευκαιρίας, αντί στην προσπάθεια για επαναφορά του πολίτη στο προσκήνιο της πολιτικής και στην προσπάθεια εσωτερικής περισυλλογής. Στη συγκεκριμένη ιστορική συγκυρία, η Ευρωπαϊκή Ένωση βρίσκεται μπροστά σε πρωτοφανείς προκλήσεις, οι οποίες θα κρίνουν το μέλλον της πορείας προς την Ευρωπαϊκή Ενοποίηση. Τα προερχόμενα από την Ανατολική Ευρώπη νέα κράτη μέλη εξακολουθούν να αντιμετωπίζουν ιδιαίτερες δυσχέρειες στην ομαλή ένταξή τους στους μηχανισμούς της Ένωσης, ενώ η προοπτική ένταξης και η αντιμετώπιση της Τουρκίας, ενός αχανούς και πολυπληθούς κράτους με σοβαρότατα οικονομικά προβλήματα και έντονο δημοκρατικό έλλειμμα δίχασε βαθύτατα την Ένωση. Αν ληφθεί υπόψη το γεγονός ότι η Αγγλία και μερικά ακόμα κράτη υπήρξαν απρόθυμα να συμμετάσχουν σε περαιτέρω διαδικασίες προς την ευρωπαϊκή ολοκλήρωση, όπως η ΟΝΕ, καθίσταται εμφανές ότι ο στόχος της πλήρους πολιτικής ενοποίησης βρίσκεται υπό αμφισβήτηση.

Κρίνοντας συνολικά την προσπάθεια οικοδόμησης συνταγματικού πλαισίου της Ε.Ε, θα μπορούσαμε να παρατηρήσουμε πως από τις τρεις προϋποθέσεις που θέτει ο Θουκυδίδης για τη δημιουργία μιας ελεύθερης πόλης, δηλαδή το αυτόνομον (τη δυνατότητα ψήφισης ιδίων νόμων), το αυτόδικον (δηλαδή τη δυνατότητα προσφυγής σε ίδια δικαστήρια) και το αυτοτελές, απουσιάζει η τρίτη. Η δυνατότητα δηλαδή της πολιτείας να ‘αυτοκυβερνάται με την πραγματική έννοια της κυβερνητικής εξουσίας και λειτουργίας[5]. Αν και η Ε.Ε διαθέτει διαδικασίες λήψης αποφάσεων και κατανομής αρμοδιοτήτων μεταξύ των οργάνων της και μεταξύ αυτής και των κρατών μελών και παρά τις σημαντικές προόδους στα ζητήματα της ευρωπαϊκής ιθαγένειας, της προστασίας των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, της οικονομικής ενοποίησης, του τρόπου επιλογής του Ευρωκοινοβουλίου, του τρόπου διορισμού της Επιτροπής και της σημασίας της νομολογίας του Δικαστηρίου Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, παραταύτα η Ε.Ε δεν διαθέτει οποιοδήποτε ολοκληρωμένο πολιτικό ή κοινωνικό σύστημα διακυβέρνησης.

Θα αποτελούσε επομένως μέγιστο ιστορικό ατόπημα να θεωρηθεί πως η θέσπιση του Ευρωπαϊκού Συντάγματος αποτελεί βήμα προς την κατάργηση των εθνών κρατών και προς την οικοδόμηση μιας ταυτότητας ευρωπαίου πολίτη, ανεξάρτητης από την επί μέρους ταυτότητα του πολίτη ενός κράτους μέλους της Ε.Ε[6]. Ο θάνατος του σύγχρονου κράτους, κάθε άλλο παρά είναι ορατός. Είναι γεγονός ότι ο ρόλος που διαδραματίζουν στο διεθνές σκηνικό οι μη – κυβερνητικές οργανώσεις, τα κινήματα και τα άτομα αυξάνεται συνεχώς. Η ενδυνάμωση του ρόλου αυτού όμως συνδέεται με την επέκταση του ρόλου του σύγχρονου κράτους στο διεθνές εμπόριο, τον έλεγχο της μετανάστευσης, την επιστήμη και τον πολιτισμό. Τα επιτεύγματα της Ε.Ε αναφορικά με την ενδυνάμωση της συνεργασίας στην Ευρώπη έχουν επιτευχθεί κυρίως λόγω διακυβερνητικής συνεργασίας παρά λόγω υπέρβασης της κρατικής οντότητας.

Ο πολιτικός πολιτισμός της Ε.Ε οριοθετείται επομένως από τον πολιτικό πολιτισμό των κρατών μελών της. Ο δεύτερος θέτει όρια στην ανάπτυξη και ολοκλήρωση του πρώτου. Η συζήτηση επομένως για το θεσμικό και συνταγματικό μέλλον της Ε.Ε θα παραμένει πάντοτε ατελής, χωρίς την παράλληλη διεξαγωγή συζήτησης αναφορικά με το θεσμικό και συνταγματικό μέλλον των εθνικών κρατών μελών[7]. Η κρίση της ΕΕ δεν είναι μόνο κρίση ηγεσίας. Είναι πάνω απ’ όλα κρίση εμπιστοσύνης και χάσμα πεποιθήσεων ανάμεσα στους λαούς της Ευρώπης, από τη μια και τις εθνικές ηγεσίες και τη γραφειοκρατία της Ένωσης από την άλλη. Αν η κυριαρχία της ΕΕ εκπηγάζει από του λαούς της Ευρώπης (και όχι από τις ηγεσίες τους), τότε η ΕΕ, τόσο σε επίπεδο εθνικών ηγεσιών όσο και σε επίπεδο κοινοτικής γραφειοκρατίας, οφείλει να ενισχύσει τη θεσμική σχέση των λαών της Ευρώπης με τους θεσμούς της ΕΕ.

 

Επίμετρο

Η ΕΕ βρίσκεται σε κρίση την οποία πρέπει να κατανοήσουμε. Πρωτίστως, χρειάζεται να συζητήσουμε τους λόγους που οδήγησαν σε αυτήν. Συνήθως οι συζητήσεις για το μέλλον της Ευρώπης αρχίζουν από τους στόχους και τα οράματα. Θεωρούμε ότι απαιτείται περισσότερος χρόνος συζήτησης για τα αίτια αυτής της κρίσης. Η ΕΕ βρίσκεται σήμερα μπροστά σε κρίσιμα διλήμματα που θα καθορίσουν το μέλλον της ως περιφερειακός οργανισμός κρατών αλλά και ως διεθνής δρώντας. Αδυνατεί όμως να πάρει τις αναγκαίες αποφάσεις που θα της επιτρέψουν να περάσει στο μέλλον. Στον 21ο αιώνα η ΕΕ έχει να επιλέξει ανάμεσα σε δύο επιλογές: Είτε θα μετεξελιχθεί σε ένα δυναμικό οργανισμό που θα πρωταγωνιστήσει στη διαμόρφωση της νέας διεθνούς οικονομικής και πολιτικής τάξης είτε θα περιοριστεί σε δευτερεύοντα ρόλο. Μερικοί, ίσως, να ικανοποιούνται με μια ενδιάμεση λύση, όπου η ΕΕ θα είναι ενίοτε πρωταγωνιστής και ενίοτε παρατηρητής. Η «ενδιάμεση οδός», όμως, περιορίζει τις δυνατότητες της Ένωσης και φαίνεται να οδηγεί σε σκέψεις διαφοροποιημένης ολοκλήρωσης ή και αποσύνθεσης. Τα βαθύτερα αίτια της κρίσης πηγάζουν από αυτή την αναποφασιστικότητα για το μέλλον. Από τη μια, τα κράτη μέλη της ΕΕ δεν μπορούν να συμφωνήσουν σε ένα νέο θεσμικό πλαίσιο λειτουργίας και ανάπτυξης. Από την άλλη, οι πολίτες της ΕΕ αμφισβητούν τη δυνατότητα της Ένωσης να λειτουργήσει ως ένας συλλογικός φορέας προστασίας των κοινωνικών και πολιτικών τους δικαιωμάτων. Η ΕΕ, λοιπόν, αντιμετωπίζει, πέραν από την οικονομική κρίση, μια θεσμική κρίση και μια κρίση εμπιστοσύνης. Η οικονομική κρίση μπορεί να γίνει κατανοητή μόνο μέσα από την κατανόηση της πολιτικής και θεσμικής κρίσης.[8]


[1] Βλ. και D. Zsolt, C. Gouardo, J. Pisani-Ferry, and A. Sapir, “A Comprehensive Approach to the Euro-Area Debt Crisis: Background Estimates”, Bruegel Working Paper 2011/5, February 2011.

[2] Βλ. και J. Carmassi, D. Gros and S. Micossi, “The Global Financial Crisis: Causes and Cures,” Journal of Common Market Studies, Vol. 47, No. 5, 2009, pp. 990.

[3] Βλ. και F. Bergsten, “Why the Euro will Survive: Completing the Continent’s Half-Built House,” Foreign Affairs, Vol. 91, No. 5, September/October 2012.

[4] Βλ. και E. Jones, “Output Legitimacy and the Global Financial Crisis: Perceptions Matter,” Journal of Common Market Studies, Vol. 47, No. 5, 2009, pp. 1085.

[5] Βλ. και Κ. Καστοριάδης, Η Αρχαία Ελληνική Δημοκρατία και η Σημασία της για μας Σήμερα, Εκδόσεις Ύψιλον, Αθήνα, 1999, σ. 32.

[6] Βλ. Δ. Τσάτσος, Ευρωπαϊκή Συμπολιτεία: Για μια Ένωση Λαών με Ισχυρές Πατρίδες, Εκδόσεις Καστανιώτη, Αθήνα, 2001, σελ. 56 κ.ε.

[7] Βλ. και Π. Κονδύλης, Από τον 20ο στον 21ο Αιώνα, Αθήνα, 1998, σελ. 93.

[8] Βλ. αναλυτικά Α. Αιμιλιανίδης, Γ. Κέντας, Μ. Κοντός, Η Ευρωπαϊκή Ένωση μπροστά στο Μέλλον, Λευκωσία: Power Publishing, 2007.

Σχόλια

Σχόλια