Η είδηση αγγίζει τα όρια του σουρεαλισμού. Ο αντιπρόεδρος του Διγενή Ακρίτα Μόρφου, ενός ιστορικού προσφυγικού σωματείου, ανήρτησε στο facebook ένα σχόλιο σύμφωνα με το οποίο το σωματείο ζήτησε από την ΚΟΠ να τους επιτρέψει να αγωνίζονται με φανέλες που θα φέρουν την φράση «Μόρφου Δεν Ξεχνώ» και η απάντηση που έλαβαν είναι ότι αν κάνουν κάτι τέτοιο θα παραπεμφθούν στη Δικαστική της ΚΟΠ και θα τιμωρηθούν τουλάχιστον με 2000 ευρώ (ολόκληρη η είδηση εδώ http://www.sentragoal.com.cy/article.asp?catid=20088&subid=2&pubid=129392646).

Ως την ώρα που γράφονται αυτές οι γραμμές αγνοούμε αν πράγματι το γεγονός είναι αλήθεια, αν και, γνωρίζοντας καταστάσεις και νοοτροπίες, είναι βέβαιο ότι υπάρχει δόση αλήθειας. Ενδεχόμενα η δημοσιοποίηση του γεγονότος να οδηγήσει στην ανασκευή της αρχικής απόφασης, κατά παρόμοιο τρόπο όπως έγινε με την απόφαση της Ευρωπαϊκής Ένωσης να ανακαλέσει την γελοιωδέστατη απόφαση της για απαγόρευση των επαναχρησιμοποιούμενων δοχείων ελαιολάδου στα εστιατόρια (την οποία εύστοχα κατέκρινε η συνάδελφος Χριστίνα Ιωάννου http://apopsi.com.cy/377).

Η είδηση όμως μας επιτρέπει να συλλογιστούμε επί της έννοιας του συνθήματος «Δεν Ξεχνώ» σήμερα. Στο εισαγωγικό σημείωμα του ηλεκτρονικού περιοδικού μας πριν από λίγες μέρες (http://apopsi.com.cy/246) γράφαμε ότι την συντακτική ομάδα του περιοδικού αποτέλεσαν άνθρωποι που γεννήθηκαν μετά την μεταπολίτευση στην Ελλάδα και την τουρκική εισβολή στην Κύπρο, άνθρωποι της γενιάς που ονομάσαμε «γενιά του Δεν Ξεχνώ». Τον όρο εισήγαγε η εκ των ιδρυτικών στελεχών της «Σύγχρονης Άποψης» Ιωάννα Χατζηκωστή σε ένα άρθρο της, που θεωρώ από τα καλύτερα που έχω διαβάσει, τον Ιούνιο του 2008 (http://magazine.apopsi.com.cy/2008/06/117).

Οι δύο εκείνες λέξεις, σύνθημα και όρκος ιερός απροσκύνητης αντίστασης κατά τον Αντώνη Σαμαράκη (http://magazine.apopsi.com.cy/2009/12/2241), μετατρέπονται σταδιακά σε «θέλω να ξεχάσω». Οι διαρκείς απογοητεύσεις, οι συνεχείς αποτυχίες, κλονίζουν την πίστη του ανθρώπου, τον κάνουν να θέλει να ξεχάσει, να θέλει να μην προβληματίζεται επί όσων έχουν γίνει μπροστά στον φόβο (ή μάλλον την βεβαιότητα) ότι αυτά θα ξαναγίνουν. Και ξεχνώντας, επιτρέπει όσα έγιναν να ξαναγίνουν, «γιγνόμενα μεν και αιεί εσόμενα έως αν η αυτή φύσις ανθρώπων» όπως έλεγε ο Θουκυδίδης (θα γίνονται και πάντα θα γίνονται όσο είναι ίδια η φύση των ανθρώπων). Το εκλογικό σώμα θα ξαναψηφίσει τους ίδιους που το εξαπάτησαν, θα αφεθεί να πιστεύει ότι αυτή την φορά όλα θα είναι διαφορετικά, θα περιμένει ότι κάποιοι θα τιμωρηθούν μέχρι που να κουραστεί να περιμένει.

Πρέπει να ξεχάσουμε. Μας το φωνάζουν σε όλα τα επίπεδα. Το «Δεν Ξεχνώ» έχει γίνει απαγορευμένο πολιτικό σύνθημα όταν μιλάς για την εισβολή. Στην Ελλάδα όσοι μιλούν για το διεφθαρμένο σύστημα που κατέλυσε το κράτος και επικρίνουν την καθ’ όλα αποτυχημένη μνημονιακή πολιτική θεωρούνται «εχθροί του λαού». Το ίδιο τώρα και στην Κύπρο. Πρέπει να ξεχάσουμε και να περιμένουμε. Έτσι μας λένε. Να μείνουμε ήσυχοι και να περιμένουμε τον θάνατο. Να αποδεχθούμε πως οι ιδεολογίες έχουν πεθάνει, πως η δημοκρατία είναι μια έννοια του παρελθόντος που έχει παραδώσει την θέση της στον γραφειοκρατικό ιμπεριαλισμό, να αναγνωρίσουμε πως τα όρια της λαϊκής αντίστασης συμπίπτουν με το καθήκον του ψηφοφόρου να ψηφίζει «υπεύθυνα» κάθε πενταετία.

Η αναπαραγωγή σε όλα τα επίπεδα της διαστρεβλωμένης ιστορίας είναι άλλωστε ο βασικός στόχος της προσπάθειας για να ξεχάσουμε. Ο άνθρωπος δεν μπορεί να ξεχάσει ποτέ πλήρως. Ορισμένες θύμησες υπάρχουν πάντα. Ο μόνος τρόπος επομένως να τον κάνουμε να ξεχάσει είναι να παραχαράξουμε και να πλαστογραφήσουμε την ιστορία. Να τον κάνουμε να θυμάται και άλλες εκδοχές της ιστορίας από αυτές που έγιναν. Ώστε με τον τρόπο αυτό αποκαμωμένος από την προσπάθεια να ξεδιαλύνει την ιστορική αλήθεια να αποδεχθεί ότι πρέπει να ξεχάσει. Και στη συνέχεια να υλοποιηθεί ο δυσκολότερος στόχος. Να τον κάνουμε να αισθανθεί ότι όλα είναι μάταια. Ότι όλοι οι αγώνες έχουν πάντα το ίδιο τέλος, την αποτυχία. Ότι όλοι είναι ίδιοι και τίποτα δεν έχει νόημα, εκτός από την προσωπική απόλαυση της καθημερινότητας. Πως οτιδήποτε μεγαλύτερο από τον εαυτό μας είναι απλώς μύθος. Ώστε να μην αποδέχεται απλώς ότι πρέπει να ξεχάσει, αλλά ακόμα περισσότερο να το επιδιώκει. Να γίνεται αυτοσκοπός η λησμονιά.

Ξεχνώ όσα με πληγώνουν σημαίνει ότι παύω να διεκδικώ, όπως το να ξεχάσω όσα με θάμπωσαν σημαίνει ότι παύω να οραματίζομαι. Ζούμε σε μια εποχή στην οποία η φωνή των φίλων μας κρύβεται σιγά σιγά στην σκόνη, σε μια εποχή στην οποία ο χρόνος ντρέπεται πια ακόμα και στην σκέψη πως θα του ζητήσουμε συγγνώμη. Βλέπω συνοδοιπόρους μιας άλλης εποχής να με κοιτάζουν ολοένα και περισσότερο με μάτια που έχουν ξεχάσει να κοιτούν. Όταν χάσεις το κίνητρο που σου δίδει το ταξίδι, όταν παύεις να πιστεύεις στην πίστη, το κουτί της Πανδώρας ξανακλείνει ερμητικά και κανείς δεν έχει πια την τόλμη να το ανασηκώσει.

Έχω εδώ και καιρό δεχθεί ότι κάποια μέρα θα πεθάνω και ότι βιολογικά θα πάψω να θυμάμαι. Εκείνο όμως που διαχωρίζει τον άνθρωπο από τα ζώα είναι η ικανότητα του να φτιάχνει ιστορία. Να σκέφτεται και να θυμάται  όχι απλώς ατομικά, αλλά συλλογικά. Ο θάνατος δεν μπορεί να μας στερήσει την ικανότητα μας να υπάρχουμε και να θυμόμαστε συλλογικά. Και το γεγονός ότι θα πεθάνουμε δεν συνεπάγεται ότι θα πάψουμε στο ενδιάμεσο να διεκδικούμε το δικαίωμα στη ζωή. Για τον λόγο αυτό επιλέγω να μην ξεχνώ, ακόμα και όταν το σύνθημα μοιάζει φθαρμένο και η εφαρμογή του προκαλεί μόνο πόνο και θλίψη. Αρνούμαι να ξεχάσω την τουρκική εισβολή, αρνούμαι να ξεχάσω το Μαρί, αρνούμαι να ξεχάσω ότι οι συνάνθρωποι μου σήμερα πεινούν λόγω των εγκληματικών πολιτικών στην Κύπρο και στην Ελλάδα. Αρνούμαι να ξεχάσω οτιδήποτε, ακριβώς διότι αρνούμαι τον συλλογικό θάνατο. Και γι’ αυτό Δεν Ξεχνώ.

Σχόλια

Σχόλια