Θα προσεγγίσω το πρόβλημα της απαξίωσης της πολιτικής ζωής σε πέντε επίπεδα, την αποχή των «αρίστων» από την πολιτική, την έλλειψη αξιών στην πολιτική, την κατάπτωση των κομμάτων, την συνειδησιακή υποχώρηση και την λογική του «το κράτος είμαι εγώ».

Ξεκινώ με το πρώτο επίπεδο, δηλαδή την αποχή των αρίστων. Στην Επτάνησο υπάρχει ένας θρύλος, που ορισμένα στοιχεία μας κάνουν να πιστεύουμε ότι είναι αληθινός. Ας τον αποκαλέσουμε λοιπόν «θρύλο των αξέχαστων ανωνύμων Επτανησίων». Λέγεται πως οι λόγιοι στην Επτάνησο ασχολούνταν με ένα θέμα για όλη την ζωή τους. Αυτοί λοιπόν οι Επτανήσιοι μελετητές, ξεκινούσαν σε κάποια ώριμη ηλικία να γράφουν για κάποιο θέμα που τους απασχολούσε μια διεξοδική και περιεκτική μονογραφία. Εκπονούσαν κατά κάποιο τρόπο μια διδακτορική διατριβή. Και κάποια μέρα, αν η ζωή στεκόταν τίμια και στοργική έναντι τους, ολοκλήρωναν το έργο τους. Φαντάζομαι πως εκείνη την στιγμή θα ένοιωθαν όπως κάθε επιστήμονας που κατορθώνει να περατώσει κάποιο έργο. Αυτό που αδυνατούσα πάντοτε να κατανοήσω πλήρως είναι την συνέχεια. Όταν, ικανοποιημένοι διάβαζαν το έργο ζωής τους μια φορά, ώστε να μπορούν να σιγουρευτούν ότι έπραξαν όσα έπρεπε να πράξουν, ακολούθως το έκαιγαν. Κανένας δεν θα μάθαινε ποτέ την αληθινή αξία του έργου τους. Μια ολόκληρη ζωή είχε αυτοκαταστραφεί με τον πιο παράδοξο τρόπο.

Όταν πρωτάκουσα αυτόν τον θρύλο, ήμουν ακόμα έφηβος. Πίστευα πως υπέρτατος στόχος του ανθρώπου είναι να προσφέρει στο σύνολο, σε αυτό που έχουμε μάθει να αποκαλούμε κοινωνία. Και ομολογουμένως, θεωρούσα τους αυτοκαταστροφικούς Επτανήσιους παντελώς ανώφελους για την κοινωνία. Δειλούς και ατομιστές. Χρόνια αργότερα εξέδωσα το πρώτο μου βιβλίο. Και μέσα στην προσωπική αυταρέσκεια και ικανοποίηση της δημοσίευσης, διερωτήθηκα για πρώτη φορά μήπως οι Επτανήσιοι δεν ήταν παράφρονες. Μήπως ήταν απλώς απαλλαγμένοι από τις ανθρώπινες φιλοδοξίες που μας υποχρεώνουν να αναμένουμε την κρίση των άλλων για το έργο μας, προτού νοιώσουμε την αξία του. Άραγε οι πιο μεγάλοι ποιητές μας στέρησαν από την ποίησή τους, γιατί μας ένιωσαν ανάξιους να τους κρίνουμε ή μήπως ανάξια λόγου έργα χάθηκαν διότι δεν άντεξαν την βάσανο της κριτικής;

Μέσα σε μια κοινωνία στην οποία η ανεξάρτητη κρίση αγκομαχεί μπροστά στις εφήμερες απολαύσεις των δημοσίων σχέσεων, δεν μπορούμε παρά να αισθανθούμε συμπάθεια για τους άξιους επιστήμονες που λυγίζουν καθημερινά μπροστά σε στημένες εκ των προτέρων κρίσεις. Εργάτες του λόγου, της έρευνας και της επιστήμης που απορρίπτονται και αποσύρονται, διότι αδυνατούν να συμβαδίσουν με την ανάγκη για καθεστωτική αναθεώρηση της ιστορικής γνώσης και για βόλεμα των κομματικών ημετέρων.

Από την άλλη η αποστροφή αυτή των «αρίστων» για την πολιτική συνιστά ένα από τα βασικά αίτια της απαξίωσης της πολιτικής. Η ιδιότητα του πολιτικού δεν αναφέρεται πια στους πετυχημένους επαγγελματίες ή τους ανθρώπους που διαπρέπουν στον κλάδο τους. Οι τελευταίοι τις περισσότερες φορές, δεν επιδιώκουν ρόλο στην πολιτική, αηδιασμένοι ή και απογοητευμένοι από την γενικότερη εξαθλίωση. Αυτό δημιουργεί αλυσιδωτά μια ευρύτερη κατάπτωση του επιπέδου του πολιτικού λόγου μέσα από την ουσιαστικά αποχή ικανών προσώπων τα οποία απαξιούν να ασχοληθούν με την πολιτική. Και η αποχή αυτή εντείνει το πρόβλημα της απαξίωσης της πολιτικής διότι δεν επιτυγχάνεται ο στόχος της σύνδεσης της πολιτικής με την κοινωνία και η ανάγκη για αξιοκρατική ανάδειξη των αρίστων και σε επίπεδο πολιτικού λόγου.

franklin

Και συνεχίζω με το δεύτερο επίπεδο, την απώλεια των αξιών. Στην πρώτη γραφή της αυτοβιογραφίας του «πατέρα» των Ηνωμένων Πολιτειών της Αμερικής, Βενιαμίν Φραγκλίνου, αναγράφεται η αφιέρωση: ‘Στον αγαπημένο μου γιο’. Μια παρόμοια αφιέρωση δεν συναντάται στην τελική έκδοση της αυτοβιογραφίας, εξαιτίας όσων συνέβησαν στο μεσοδιάστημα. Ο γιος του Φραγκλίνου, ο Γουίλιαμ, βασιλικός κυβερνήτης της αποικίας του Νιου Τζέρσι, αντιτάχθηκε στην ιδέα της επανάστασης εναντίον της Αγγλίας. Πίστευε ότι η μοίρα των αμερικανικών αποικιών ήταν άρρηκτα συνδεδεμένη με την Βρετανία και πως ο αγώνας για τον οποίο πάλευε ο πατέρας του και άλλοι ριζοσπάστες Αμερικάνοι δεν θα επέφερε οποιοδήποτε όφελος στην χώρα. Μετά την Διακήρυξη της Ανεξαρτησίας, ο Γουίλιαμ συνελήφθη και φυλακίστηκε ως προδότης της πατρίδας, με οδηγίες του ίδιου του πατέρα του, ο οποίος απαγόρευσε στον εγγονό του -και γιο του Γουίλιαμ- οποιαδήποτε επαφή με τον φυλακισμένο. Ο Γουίλιαμ τερμάτισε την ζωή του ως προδότης, εξόριστος από την πατρίδα του και αποκηρυγμένος από τον πατέρα του, ένα εκ των ιδρυτών των ΗΠΑ. Έκτοτε κανένας δεν ασχολήθηκε με την αποκατάσταση του ονόματος του Γουίλιαμ. Ο Γουίλιαμ χαρακτηρίστηκε προδότης διότι τάχθηκε ενάντια στους επαναστάτες και υπέρ των αποικιοκρατών και διότι είχε την επιπρόσθετη ατυχία η επανάσταση να πετύχει.

Όσοι καθίστανται προδότες έχουν συχνά την συμπάθεια του ιστορικού, όπως και ο έρμος Γουίλιαμ. Όμως ακόμα και το σύμβολο της αμερικανικής ελευθερίας, ο πατέρας του, δεν βρήκε την δύναμη να τον συγχωρέσει για ένα απλό λόγο. Διότι κατά τον χρόνο που διεξάγονται οι αγώνες ελευθερίας, οποιαδήποτε υποχώρηση μπορεί να είναι καταστροφική. Για ένα πολιτικό οποιαδήποτε κηλίδωση της αξιοπρέπειας και τιμιότητάς του ήταν κάποτε καταστροφική. Σήμερα, σε μια εποχή που τα σκάνδαλα διαδέχονται το ένα το άλλο, οι πολιτικοί απλώς περιμένουν να ξεχαστεί το προηγούμενο σκάνδαλο μέχρι να ξεσπάσει το επόμενο. Και τα σκάνδαλα, η χρήση του αξιώματος του πολιτικού για ίδιον όφελος, η κακώς νοούμενη διαπλοκή, θεωρούνται ως αυτονόητες αξίες μιας ιδεολογίας περί πολιτικής που πλέον δεν στηρίζεται στην αναζήτηση και επιβολή αξιών, αλλά στην συμφεροντολογική εξυπηρέτηση του κόμματος και των ανθρώπων του κομματικού περίγυρου.

Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η αμερικανική ιστορία, κάθε άλλο παρά στρωμένη με ροδοπέταλα υπήρξε. Μέσα από την εξολόθρευση των Ινδιάνων, τα πολλαπλά σκάνδαλα και την -με δικαστική απόφαση (την Ντρεντ Σκοτ) -νομιμοποίηση της δουλείας και της «φυσικής κατωτερότητας» του μαύρου πληθυσμού, η αμερικανική ιστορία βρίθει στοιχείων που φαίνονται στον σύγχρονο αναγνώστη ακατανόητα ή και δείγματα παρακμής. Κι όμως ελάχιστοι ιστορικοί θα συναινέσουν ότι η σύγχρονη αμερικανική ιστορία εμφανίζει ηθική άνοδο, σε σχέση με το ένδοξο παρελθόν, το ίδιο ένδοξο παρελθόν που εξολόθρευε Ινδιάνους και θεωρούσε τους μαύρους ως σκουπίδια. Γιατί; Μα διότι η ιστορία δεν μπορεί να ερμηνεύεται και να μεταβάλλεται, ανεξάρτητα από την εποχή της. Όταν ένας εκ των συμβόλων της αμερικανικής επανάστασης, ο Άρον Μπερ, σκότωνε σε μονομαχία ένα άλλο, ακόμα μεγαλύτερο σύμβολο, τον Αλεξάντερ Χάμιλτον, αυτό θεωρήθηκε ως φυσιολογικό. Διότι αυτοί ήταν οι κανόνες που ίσχυαν τότε. Και η μονομαχία είχε και τους δικούς της κανόνες που γίνονταν σεβαστοί από όλους.

Η ιστορία δεν μπορεί να ερμηνεύεται έξω από την εποχή της και να μεταβάλλεται απλώς και μόνο για εξυπηρέτηση σύγχρονων πολιτικών σκοπιμοτήτων. Διότι μετά παύει να είναι ιστορία και τρέπεται σε προπαγάνδα. Η προσπάθεια για κατανόηση των γεγονότων που συνέβηκαν στην Κύπρο την δεκαετία του 1950, του 1960 ή του 1970, ως αποκομμένων από το ιστορικό τους πλαίσιο, το μόνο στο οποίο συνεισφέρει είναι στην αυτό- γελοιοποίηση όσων το αποπειρώνται. Παρομοίως και η προσπάθεια κατανόησης των αγώνων της ελευθερίας ως συνεστιάσεων τσαγιού των φιλόπτωχων νεανίδων, μόνο θυμηδία προκαλούν. Ο Ονήσιλος, ο Διονύσιος «ο Σκυλόσοφος», ο Αυξεντίου και οι άλλοι δολοφονημένοι επαναστάτες της ιστορίας, είχαν κάτι στο οποίο πίστευαν, το οποίο ήταν πιο σημαντικό από τους ιδίους και για αυτό έγιναν σύμβολα. Αλήθεια σε τι πιστεύουν σήμερα οι καλοζωισμένοι «αντάρτες» της παγκοσμιοποίησης;

Και προχωρώ προς το τρίτο επίπεδο, την μετατροπή των κομμάτων σε καρκινώματα, αντί για κύτταρα της δημοκρατίας. Είναι εύλογο να παρατηρηθεί ότι ο κυπριακός λαός εκφράζεται μέσα από τα κόμματα και τους εκλεγέντες από αυτόν πολιτικούς δρώντες και ότι σε μια σύγχρονη δημοκρατία δεν μπορεί να υπάρξει διαφορετική λειτουργία. Οι παρατηρήσεις αυτές είναι ορθές, αλλά προϋποθέτουν ότι τα κόμματα φροντίζουν να ενημερώνουν τον λαό για τους στόχους τους και να μην τον φέρνουν προ τετελεσμένων διλημμάτων. Στην Ευρωπαϊκή Κυπριακή Δημοκρατία η δημόσια συζήτηση θεωρείται ανεπιθύμητη. Ο λαός δεν χρειάζεται, σύμφωνα με ορισμένους, να γνωρίζει τους στόχους ή τις προγραμματικές θέσεις των κομμάτων που υποστηρίζει. Πρέπει να αρκείται στις ετικέτες από ανύπαρκτες κονσέρβες ιδεολογίας και πολιτικών οραμάτων, σε μια ατέλειωτη συζήτηση σκανδαλολογίας και αλληλοκατηγοριών.

Η κυπριακή κοινωνία παραμένει εξαρτώμενη και διχασμένη από όρους όπως «αριστεροί» και «δεξιοί», όρους δηλαδή που παραμένουν ανοικτά κουτιά, των οποίων το περιεχόμενο προσδιορίζεται στο ιστορικοκοινωνικοπολιτικό πλαίσιο των αυτοπροσδιοριζομένων κομμάτων, όρους οι οποίοι στην κυπριακή πραγματικότητα στερούνται διαφοροποίησης είτε αφορούν το εθνικό θέμα, είτε οικονομικοκοινωνική πολιτική. Με αυτά τα δεδομένα δεν ξενίζει η οργίλη λεκτική, μα ποτέ επιχειρηματολογική, αντίδραση του συστήματος και των εκπροσώπων του όταν πολίτες προερχόμενοι είτε από τα αριστερά, είτε από τα δεξιά των παλιών πολιτικών διαχωρισμών αυτονομούν. Όταν δηλαδή ένας πολίτης αντί να ενταχθεί στα υπάρχοντα κόμματα ή να δηλώσει αδιάφορος για τα πολιτικά δρώμενα αυτού του τόπου αποφασίζει να διεκδικήσει να ακούγεται η φωνή του για τα ζητήματα που τον αφορούν.

Οι αιρετικοί αυτοί πολίτες πρέπει άμεσα να κατακεραυνωθούν από την καθεστηκυία τάξη ως θρασείς αμφισβητίες των «πεπειραμένων», των «επαϊόντων», των «κρατούντων», αυτών που αποφασίζουν και πρέπει να αποφασίζουν για μας χωρίς εμάς. Αλίμονο σε όσους αρνούνται να είναι πειθήνιοι υπήκοοι των αρχόντων, γιατί αυτοί πρέπει να εξοντωθούν. Εξακολουθούν να αντιστέκονται; Επιμένουν να υπάρχουν; Ας τους συντρίψουμε κοινωνικά. Ας μην ασχοληθούμε με το περιεχόμενο των απόψεών τους, ας ασχοληθούμε με τους ιδίους. Αυτός είναι ο τρόπος σκέψης των νεοαριστερών γραφειοκρατών και των νεοδεξιών καρεκλοκενταύρων. Στο μίξερ χωράνε όλες οι ιδεολογίες χωρίς κανένας να ενδιαφέρεται για την τεκμηρίωση των λεχθέντων ή έστω την διάκριση μεταξύ των ιδεολογιών.

Τι καλείται επομένως να πράξει μια κυβέρνηση ώστε να εξασφαλίσει την μακαριότητά της; Μα φυσικά, να διορίζει σε όλες τις θέσεις κλειδιά, πρόσωπα της αρεσκείας της. Ποιος δικαιούται να κατηγορεί το ρουσφέτι; Δεν είναι λογικό ότι μια κυβέρνηση οφείλει να επιθυμεί την επανεκλογή της; Δεν είναι λογικό ότι μια κυβέρνηση οφείλει να εξασφαλίζει ότι όλοι οι συνεργάτες της θα είναι πειθήνια όργανά της; Η σαθρά κοινωνία μας θα απαντούσε θετικά, χαμογελώντας ταυτόχρονα προς τις τηλεοπτικές κάμερες με νόημα. Μια σαθρά κοινωνία δεν ασχολείται με την σύγκρουση. Μια εξαθλιωμένη κοινωνία όπως αυτή που οραματίζεται το υπό διαμόρφωση σχέδιο στην οποία κάθε πολιτική διαφωνία, κάθε κοινωνικός αγώνας, θα συνεπάγεται ταυτόχρονα είτε διάλυση του κράτους, είτε εξοστρακισμό των διαφωνούντων ως επικίνδυνων για την δημόσια ασφάλεια. Θεωρείται φυσιολογικό ότι οι ψηφοφόροι, ως μεθυσμένο κοπάδι αιγοπροβάτων, θα υπερψηφίσουν τις οποιεσδήποτε επιλογές των κομμάτων τους, διότι αυτές αποφασίστηκαν από τα αόρατα κέντρα αποφάσεων. Η λαϊκή εντολή καθίσταται επιβεβαιωτική, και όχι διαλεκτική, ενώ η έννοια της Δημοκρατίας μετασχηματίζεται σε ένα θίασο σκιών καθοδηγούμενο από τον πολιτισμό της εικόνας.

Μέσα σε αυτά τα πλαίσια θα πρέπει να τεθούν οι βάσεις μιας ουσιαστικής πολιτιστικής ανανέωσης. Ο σημερινός, εγκλωβισμένος στα γρανάζια των κομματικών μηχανισμών πολίτης, καλείται να αντιδράσει. Καλείται να απορρίψει τους διπολιστικούς αφορισμούς που του περιορίζουν την σκέψη και να αγωνιστεί για την ανανέωση της πολιτικής και κοινωνικής ζωής. Σε μια εποχή κατά την οποία τα πολιτικά κόμματα και οι κινήσεις που ως στοχοθεσία έχουν την κατάληψη της εξουσίας πολλαπλασιάζονται ανεξέλεγκτα, ο πολίτης καλείται να αντισταθεί στην νοθευμένη αντίληψη περί δημοκρατίας. Να αντισταθεί στην πολιτική αποχαύνωση ελεγχόμενης πληροφόρησης. Να απορρίψει μια κοινωνία εξαρτώμενη από διχαστικούς όρους. Να απορρίψει την μετριοπάθεια, που αποτελεί το «μόνιμο τέλμα της πολιτικής ζωής που οδηγεί στην ακινησία και στην αδυναμία διαμόρφωσης ξεκάθαρης πολιτικής» (M.Duverser). Και να διεκδικήσει το αυτονόητο, να ακούγεται η φωνή του για τα ζητήματα που τον αφορούν.

Και προχωρώ προς το τέταρτο επίπεδο, την συνειδησιακή υποχώρηση. Την δεκαετία του 1960, ο περίφημος ψυχολόγος Στάνλεϋ Μίλγκραμ διεξήγαγε το περίφημο «πείραμα υπακοής». Ένας εθελοντής αναλάμβανε ρόλο τιμωρού, ενώ ένας δεύτερος εθελοντής (που στην πραγματικότητα ήταν ψυχολόγος συνεργάτης του Μίλγκραμ, ένα γεγονός που ο πρώτος εθελοντής αγνοούσε) αναλάμβανε να απαντά σε ερωτήσεις που έθετε ο Μίλγκραμ. Κάθε φορά που ο ψεύτικος εθελοντής απαντούσε λάθος ο εθελοντής-τιμωρός όφειλε να τον τιμωρεί με ηλεκτροσόκ. Το πρώτο ηλεκτροσόκ ήταν έντασης 15 βολτ, ενώ κάθε επόμενο ήταν έντασης 15 βολτ περισσότερων, μέχρι τα 450 βολτ τα οποία είχαν τον χαρακτηρισμό «ΧΧΧ: Άκρως Επικίνδυνα». Όταν η τιμωρία είχε αυξηθεί στα 150 βολτ ο ψεύτικος εθελοντής άρχιζε να παραπονιέται ότι ο πόνος είναι αφόρητος και ότι πάσχει από καρδιακά προβλήματα. Ο Μίλγκραμ έδινε εντολή στον εθελοντή-τιμωρό να συνεχίσει αυξάνοντας την ένταση κατά 15 βολτ κάθε φορά. Στα 300 βολτ ο ψεύτικος εθελοντής δήλωνε ότι δεν μπορούσε να συνεχίσει και έπαυε να απαντά. Ο Μίλγκραμ έδινε εντολή στον εθελοντή-τιμωρό να εκλαμβάνει τη σιωπή ως λάθος απάντηση και να συνεχίσει να ανεβάζει την ένταση. 63% των εθελοντών υπάκουσαν και έφτασαν μέχρι το τέλος. Αύξησαν την ένταση στα 450 βολτ.

milgram

Το πείραμα του Μίλγκραμ αποδεικνύει όσο λίγα την ψυχολογία της σταδιακής συνειδησιακής υποχώρησης. Όπως παρατηρεί ο Luban, οι εθελοντές δεν είχαν να αποφασίσουν κατά πόσο θα έπρεπε να υποβάλουν ένα συνάνθρωπό τους σε 300 ή 450 βολτ. Είχαν αντίθετα να αποφασίσουν κατά πόσο θα προχωρούσαν από τα 150 στα 165 και από τα 165 στα 180. Κάποιος ο οποίος έχει υποχωρήσει μια φορά, λογικά θα ξαναϋποχωρήσει, ακόμα και όταν η δεύτερη υποχώρηση είναι μεγαλύτερη. Είναι αμφίβολο αν οι ξένοι διπλωμάτες έχουν μελετήσει το πείραμα του Μίλγκραμ. Οι δηλώσεις τους όμως αποδεικνύουν ότι στηρίζονταν στην ίδια λογική. Δεν μπορούν ακόμα και σήμερα να κατανοήσουν πως μπορεί κάποιος λαός να βρει τη δύναμη και να σταματήσει το πείραμα πριν τα 450 βολτ.

Η συζήτηση και αποδοχή ως βάσης για διαπραγμάτευση σχεδίων τύπου Ανάν, συνέβαλλε στην εδραίωση της αντίληψης ότι η ελληνοκυπριακή πλευρά, επειγόμενη για γρήγορη λύση, υποχωρούσε προς την ερμηνεία των όρων «διζωνική, δικοινοτική ομοσπονδία» και «πολιτική ισότητα» που ευνοούσε η τουρκοκυπριακή πλευρά. Είναι αδιαμφισβήτητο ότι από απόψεως διπλωματίας και πολιτικής, οι συνεχιζόμενες υποχωρήσεις της ελληνοκυπριακής πλευράς, ιδιαίτερα μετά το 1988, συνέβαλαν στην εδραίωση του ψευδοκράτους και του καθεστώτος Ντενκτάς, καθώς και στην ενδυνάμωση του ρόλου της Τουρκίας στην Κύπρο. Η πολιτική του «καλού παιδιού» που ακολουθούσε η ελληνοκυπριακή πλευρά σε σχέση με τον διεθνή παράγοντα, στηρίχθηκε σε μια λογική κατευνασμού απέναντι στην Τουρκία, μια λογική δηλαδή διπλωματικής υποχώρησης απέναντι στην άκαμπτη διαπραγματευτική τακτική του Ντενκτάς, με στόχο την άσκηση πιέσεων προς την άλλη πλευρά να προβεί σε παρόμοιες υποχωρήσεις, πιέσεις οι οποίες βέβαια ουδέποτε ασκήθηκαν.

Η πολιτική που ακολουθήθηκε από την ελληνοκυπριακή πλευρά μετά το 1974 περιοριζόταν στις διακηρύξεις και στα ευχολόγια, χωρίς να υπάρχει, λόγω της αδιαλλαξίας της τουρκοκυπριακής πλευράς, οποιαδήποτε ρεαλιστική δυνατότητα εύρεσης βιώσιμης και λειτουργικής λύσης. Το γεγονός αυτό καλλιέργησε ηττοπάθεια στην κυπριακή κοινωνία, στην οποία εντυπώθηκε το σύνθημα: «ο χρόνος δουλεύει εναντίον μας», ένα σύνθημα το οποίο προσπαθούσαν να εντυπώσουν στον λαό τα ίδια πολιτικά πρόσωπα που άφηναν την πάροδο του χρόνου να λειτουργεί υποστηρικτικά προς τις τουρκοκυπριακές θέσεις, εξαιτίας των συνεχιζόμενων υποχωρήσεων και διπλωματικών συμβιβασμών.

Συνέπεια των πιο πάνω υπήρξε και η σταδιακή μη αντιμετώπιση του κυπριακού προβλήματος ως προβλήματος εισβολής και κατοχής της Τουρκίας στην Κύπρο, αλλά απλώς ως δικοινοτικού προβλήματος, δηλαδή ως προβλήματος μεταξύ των δύο κοινοτήτων. Η διζωνική δικοινοτική ομοσπονδία μετατράπηκε από ύστατη υποχώρηση σε στρατηγικό στόχο της ελληνοκυπριακής πλευράς και σε αφετηρία διαλόγου, στα πλαίσια του οποίου η τουρκοκυπριακή πλευρά θα έθετε τις περαιτέρω απαιτήσεις της. Η κατάθεση του σχεδίου Ανάν και η αποδοχή του από την τουρκοκυπριακή κοινότητα, υποχρέωσε την ελληνοκυπριακή κοινότητα να έλθει αντιμέτωπη με τα όρια της δικής της υποχωρητικότητας. Το σχέδιο που είχε διαμορφωθεί μετά από χρόνια εφαρμογής του δόγματος του «καλού παιδιού» και των υποχωρήσεων απέναντι στις τουρκικές απαιτήσεις, ήταν εκ των πραγμάτων ένα σχέδιο μη αποδεκτό για την συντριπτική πλειοψηφία των Ελληνοκυπρίων.

Η συνειδησιακή υποχώρηση οδηγεί σε σταδιακή αποδοχή της διαφθοράς ως κάτι το φυσιολογικό. Όταν δημοσιεύθηκε η πρώτη πράξη ρουσφετιού υπήρξε αντίδραση, στη δεύτερη λιγότερη, στην τρίτη ακόμα λιγότερη και σταδιακά το ρουσφέτι, η διαφθορά, έγιναν αποδεκτές έννοιες. Και η συνειδησιακή υποχώρηση οδήγησε στην αποδοχή της κατάπτωσης των αξιών, αλλά ταυτόχρονα και στην απαξίωση της πολιτικής.

Και προχωρώ στο πέμπτο επίπεδο. Ο βασιλιάς της Περγάμου Άτταλος Γ΄ πέθανε το 133 π.Χ. Όταν ανοίχθηκε η διαθήκη του, διαπιστώθηκε ότι είχε ορίσει ως κληρονόμο της περιουσίας του τον λαό της Ρώμης. Ανάμεσα στην περιουσία του βασιλιά Αττάλου ανήκε ολόκληρο το βασίλειο της Περγάμου, συμπεριλαμβανομένων και των υπηκόων του. Μια αχανής έκταση που περιλάμβανε τη Μικρά Ασία και ένα μέρος της ευρωπαϊκής πλευράς του Ελλησπόντου και στην οποία βρίσκονταν αναρίθμητοι θησαυροί για τους οποίους είχαν πεθάνει οι οπλίτες του Σωτήρος και των υπόλοιπων προκατόχων του Αττάλου. Όλα αυτά τα εδάφη, οι άνθρωποι, οι θησαυροί βρέθηκαν στην ιδιοκτησία της Ρώμης, η οποία επεκτάθηκε με το κληροδότημα αυτό στην Ασία.

Το ιστορικό αυτό γεγονός παραμένει μέχρι και σήμερα ένα μυστήριο. Ιδιαίτερα αν ληφθεί υπόψη ότι δεν έχουν καταγραφεί μαρτυρίες για οποιαδήποτε προσωπική επαφή του Αττάλου με οποιοδήποτε Ρωμαίο. Ο Άτταλος θεώρησε πως το κράτος του και ο λαός του άνηκαν αποκλειστικά σε αυτόν και ως εκ τούτου μπορούσε να τα κάνει ό,τι ήθελε. Ακόμα και να τα κληροδοτήσει σε ένα ξένο κράτος. Είναι γεγονός πως σε μια σύγχρονη δημοκρατία η στάση του Αττάλου φαίνεται παράδοξη. Σε ένα κράτος δικαίου στο οποίο ισχύει η λαϊκή κυριαρχία, η κυβέρνηση πηγάζει από τον λαό και ενεργεί μέσω του λαού για το συμφέρον του λαού, όπως ισχυριζόταν ο Αβραάμ Λίνκολν.

Δυστυχώς όμως η λογική πως «το κράτος είμαι εγώ» κυριαρχεί στην κυπριακή πολιτική πραγματικότητα. Μετά την έκρηξη στο Μαρί, ο Πρόεδρος της Κυπριακής Δημοκρατίας αντιμετώπισε τα θύματα και τους συγγενείς τους ως ενοχλητικούς οι οποίοι είχαν το θράσος να διαμαρτύρονται, αντί να αναγνωρίζουν υποταγή στον αφέντη. Στην πράξη η επίκληση της ενότητας μεταξύ των πολιτικών κομμάτων συνιστά αίτημα για μη άσκηση ουσιαστικής αντιπολίτευσης και κριτικού λόγου κατά των επιλογών του εκάστοτε Προέδρου και της καθεστηκυίας πολιτικής τάξης. Η απουσία ενότητας χρησιμοποιείται επομένως ως άλλοθι που να δικαιολογεί την λήψη μονομερών αποφάσεων για υποχωρήσεις, την κομματική ασυδοσία ή την πολιτική διαφθορά. Ελπίδα μας είναι ότι οι διαπραγματεύσεις για την λύση του κυπριακού, τα μνημόνια της τρόικας και η διαμόρφωση των πολιτικών επιλογών της κυπριακής κοινωνίας θα πάψουν να αντιμετωπίζονται ως μια νέα διαθήκη του Αττάλου από ανθρώπους που θεωρούν πως η Κυπριακή Δημοκρατία είναι κτήμα τους.

Αν όμως σκοπός μας δεν είναι απλώς τα παραεκλογικά συνθήματα και η πολιτική αποχαύνωση ελεγχόμενης πληροφόρησης στην οποία τα εθνικά θέματα αποτελούν sanctum templum (ιερός χώρος) και τα κόμματα δρουν ως συνείδηση μιας οργουελιανής κοινωνικής δομής, θα πρέπει να αναζητήσουμε μια αλλιώτικη Ευρώπη και μια αλλιώτικη κοινωνία. Μια κοινωνία στην οποία η λέξη Ευράνθρωπος προέρχεται ετυμολογικά από το Ευρώπη + άνθρωπος και όχι από το Ευρώ + άνθρωπος. Μια κοινωνία ελεύθερων και ίσων πολιτών, οι οποίοι αυτόνομα καλούνται να αναπτύξουν την προσωπικότητά τους και να διαμορφώσουν το κοινό τους μέλλον, μακριά από γραφειοκρατικούς καταναγκασμούς, εξαναγκαστικά δημοψηφίσματα και οργίλες δημοσιοσχετίστικες αντιπαραθέσεις. Μέσα σε μια τέτοια κοινωνία, η πολιτική ζωή θα αποκτούσε ξανά λόγο ύπαρξης και αξία.

Ομιλία που δόθηκε στον Όμιλο Πνευματικής Ανανέωσης και δημοσιεύθηκε στο τεύχος 32 του περιοδικού ΚΥΠΡΙΑΚΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑ που κυκλοφόρησε στη Λευκωσία το 2013.

Σχόλια

Σχόλια