erdogan

Αναφορικά με τα γεγονότα που λαμβάνουν χώρα τις τελευταίες ημέρες στην Τουρκία, θα ήθελα να κάνω ένα σχόλιο σε σχέση με τις επιπτώσεις που θα μπορούσε να έχει η κατάσταση αυτή στη δημόσια εικόνα του Ερντογάν, με αναφορά κυρίως στις δυνατότητες προβολής των θέσεών μας στο κυπριακό. Το κεντρικό επιχείρημά μου είναι το εξής: Τα εθνικά συμφέροντα καθοδηγούν τις εξωτερικές πολιτικές των κρατών και εκφράζονται από τις κυβερνήσεις τους. Σε μεγάλο βαθμό καθορίζονται από υλικούς παράγοντες (ασφάλεια, ευημερία, διεθνής επιρροή κ.α.). Εν τούτοις, η εξωτερική πολιτική των κρατών –κυρίως των δημοκρατιών δυτικού τύπου- επηρεάζεται και από οικουμενικές αρχές όπως η δημοκρατία και τα ανθρώπινα δικαιώματα. Κράτη που καταπατούν τις αρχές αυτές πιο δύσκολα μπορούν να συνυπάρξουν με κράτη που τις σέβονται. Ακόμα και αν τα υλικά τους συμφέροντα συμπίπτουν, η κοινή γνώμη και τα εθνικά κοινοβούλια συχνά απορρίπτουν συνεργασίες με κράτη-παραβάτες, γεγονός που επηρεάζει την εθνική πολιτική της κυβέρνησής τους. Ένα κράτος επιθυμεί να διατηρεί προς τα έξω μια φιλειρηνική και συνεργάσιμη εικόνα για λόγους εύκολης προώθησης των υλικών του συμφερόντων. Όταν όμως η εικόνα αυτή «τσαλακώνεται», τότε αυτό μπορεί να επιτευχθεί πιο δύσκολα. Για να γίνω σαφής θα αναφερθώ πρώτα στην περίπτωση των γεγονότων της πλατείας Τιεν Αν Μεν στο Πεκίνο και στην επιρροή της στις σχέσεις μεταξύ Κίνας και Ηνωμένων Πολιτειών Αμερικής (ΗΠΑ).

Η ρήξη των συμφερόντων με τις αρχές

Την άνοιξη του 1989 ξέσπασαν φοιτητικές διαδηλώσεις στο Πεκίνο με αίτημα την πολιτική μεταρρύθμιση του κινεζικού καθεστώτος. Οι διαδηλώσεις έλαβαν σύντομα τεράστια έκταση και προκάλεσαν έντονη ανησυχία στο καθεστώς, το οποίο έβλεπε παράλληλες εξελίξεις στην Ανατολική Ευρώπη να λαμβάνουν χώρα με ανατρεπτικά αποτελέσματα. Ο Πρωθυπουργός Λι Πεγκ, με παρότρυνση του γηραιού ιστορικού ηγέτη Ντεγκ Ξιαοπίγκ, κήρυξε τον στρατιωτικό νόμο και ζήτησε από τις δυνάμεις ασφαλείας του κράτους να καταστείλουν την εξέγερση με κάθε τίμημα. Η εξέγερση, η οποία είχε επίκεντρο την πλατεία Τιεν Αν Μεν, έγινε παγκοσμίως γνωστή όταν βρέθηκαν εκεί διεθνή δίκτυα για να καλύψουν την ιστορική επίσκεψη του Σοβιετικού ηγέτη Μιχαήλ Γκορμπατσόβ στο Πεκίνο και, εντελώς αναπάντεχα, βρέθηκαν ενώπιον μιας επανάστασης. Εκμεταλλευόμενος την κόπωση των διαδηλωτών, ο Ντεγκ ζήτησε από τον στρατό την αιματηρή καταστολή της στις 4 Ιουνίου, γεγονός που προκάλεσε εκατόμβη νεκρών και τραυματιών. Η παγκόσμια κοινή γνώμη έμεινε εμβρόντητη απέναντι στην ανθρωπιστική εκείνη τραγωδία και στη βαναυσότητα με την οποία το κινεζικό καθεστώς αντιμετώπισε τους διαδηλωτές.

Η αμερικανική κυβέρνηση, υπό τον νεοεκλεγέντα Πρόεδρο Τζωρτζ Μπους (πατέρα), βρέθηκε σε εξαιρετικά δύσκολη θέση. Οι σινο-αμερικανικές σχέσεις είχαν αρχίσει να σμιλεύονται από το 1972, στη βάση του κοινού συμφέροντος της εξισορρόπησης της Σοβιετικής Ένωσης. Από τότε η σχέση αυτή είχε αναπτυχθεί σε μεγάλο βαθμό, με αποκορύφωμα τη σύναψη διπλωματικών σχέσεων το 1979. Ο Πρόεδρος Μπους είχε επενδύσει στην δημιουργία μιας φιλικής σχέσης με τον Ντεγκ και στην εμβάθυνση των σινο-αμερικανικών σχέσεων. Στη μεταψυχροπολεμική εποχή που ανέτελλε, τα συμφέροντα των ΗΠΑ είχαν συνδεθεί με το Πεκίνο καθ’ ότι η Κίνα ήταν μία τεράστια αναπτυσσόμενη αγορά, άρα ένας πολύτιμος εμπορικός εταίρος. Επιπλέον, οι ΗΠΑ φιλοδοξούσαν να εδραιώσουν τον έλεγχό τους στην περιοχή του ασιατικού Ειρηνικού, εξ’ ου και δεν τις συνέφερε η εκτροπή των σχέσεών τους με την Κίνα. Εν τούτοις, τα γεγονότα της Τιέν Αν Μεν οδήγησαν τις σινο-αμερικανικές σχέσεις σε σημαντική οπισθοδρόμηση. Αν και η αμερικανική κυβέρνηση εξακολουθούσε να αντιλαμβάνεται τη σημασία της Κίνας, εν τούτοις η δράση των ακτιβιστών υπέρ των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, κυρίως όμως η πίεση σημαντικής μερίδας του Κογκρέσου, οδήγησαν στην αναθεώρηση της αμερικανικής πολιτικής. Δημιουργήθηκαν έτσι εντάσεις στις σχέσεις των δύο χωρών οι οποίες κορυφώθηκαν το Μάρτιο του 1996 με την αποστολή αμερικανικού πολεμικού στόλου για την αποτροπή κινεζικής εισβολής στην Ταϊβάν. Εκ τότε η θέρμη στις σινο-αμερικανικές σχέσεις, αν και κατά καιρούς βελτιώνονταν, εν τούτοις δεν αποκαταστάθηκε ποτέ στο βαθμό της προ-Τιεν Αν Μεν περιόδου. Στάθηκε αδύνατο για τις ΗΠΑ να θέσουν ως προμετωπίδα της πολιτικής τους για την Κίνα αποκλειστικά και μόνο τα υλικά συμφέροντα. Αντίθετα, διεξάγεται ένας διαρκής αγώνας, μια διελκυστίνδα, μεταξύ των υλικών συμφερόντων και των αρχών των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και της δημοκρατίας, με τις οποίες είναι δεσμευμένο το αμερικανικό πολιτικό σύστημα.

Από την Τιεν Αν Μεν στην Ταξίμ, μέσω Ταχρίρ και Δαμασκού

Ποια τα διδάγματα της Τιεν Αν Μεν σε σχέση με τις εξελίξεις στην Τουρκία; Για τον Ερντογάν, τα διδάγματα για τις συνέπειες που μπορεί να επιφέρει η αιματηρή καταστολή διαδηλώσεων είναι σκληρά. Διδάγματα όμως μπορεί να αντλήσει και η Κυπριακή Δημοκρατία. Και εξηγούμαι:

Ο Ερντογάν προβαλλόταν μέχρι πρότινος ως ένας «ατσαλάκωτος» ηγέτης-μοντέλο για τη Δύση, πρότυπο της αρμονικής συνύπαρξης του Ισλάμ με τις αρχές της δημοκρατίας και των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Ο «ελεγχόμενος» ισλαμισμός του (αρκετά αγγλόφωνα ΜΜΕ τον χαρακτήριζαν ως «mildly Islamist»), οι συνταγματικές μεταρρυθμίσεις υπέρ των δικαιωμάτων των μειονοτήτων, η αναπτυξιακή τροχιά της τουρκικής οικονομίας και η εικόνα μεγάλης δύναμης που εξέπεμπε η χώρα επί των ημερών του έθεσαν ένα θετικό πρόσημο στη διεθνή του εικόνα. Το γεγονός αυτό – σε συνδυασμό με την έλλειψη στρατηγικού σχεδιασμού από πλευράς Κυπριακής Δημοκρατίας – καθιστούσε πολύ πιο δύσκολο το να πειστεί η διεθνής κοινότητα για την κατοχική και επεκτατική παρουσία της Τουρκίας στην Κύπρο. Επί των ημερών του Ερντογάν (ο οποίος ειρήσθω εν παρόδω είχε αποδεχτεί το σχέδιο Ανάν, κάτι που χρησιμοποιήθηκε επικοινωνιακά εις βάρος της ελληνικής πλευράς) η Κυπριακή Δημοκρατία απώλεσε σε μεγάλο βαθμό το ηθικό πλεονέκτημα που της παρείχε το γεγονός ότι στο κυπριακό τελούσε εν δικαίω.

Τώρα η εικόνα του Τούρκου Πρωθυπουργού έχει φθαρεί σημαντικά. Στα διαδικτυακά φόρα ενημέρωσης και κοινωνικής δικτύωσης, όπου φιλοξενούνται σχόλια σε σχέση με τα γεγονότα στην Τουρκία, ένα από τα θέματα που κυριαρχούν είναι η αντίφαση της στάσης του Ερντογάν κατά την λεγόμενη Αραβική Άνοιξη, σε σχέση με την καταστολή της εξέγερσης στη δική του χώρα. Ενώ τότε παρουσιαζόταν ως υπερασπιστής των δικαιωμάτων των διαδηλωτών της πλατείας Ταχρίρ, τώρα χαρακτηρίζει τους συμπατριώτες του διαδηλωτές ως «πλιατσικολόγους» και βαλτούς από την αντιπολίτευση. Ενώ απαιτεί την ανατροπή του Μπασάρ Αλ Άσσαντ και των άλλων Αράβων ηγετών-θυμάτων της «Άνοιξης» διότι «στράφηκαν εναντίον του λαού τους», τώρα στρέφεται ο ίδιος εναντίον του δικού του. Όπως καυστικά σχολιάζει επ’ αυτού ο Daniel McAdams στην ιστοσελίδα του Ιδρύματος του γνωστού Αμερικανού πρώην βουλευτή Ρον Πωλ, «ο Ερντογάν έπιασε την Τίγρη από την ουρά και νόμισε ότι θα μπορούσε να γίνει ένας νέος Οθωμανός Σουλτάνος. Η πραγματικότητα όμως δαγκώνει σκληρά στους δρόμους της Κωνσταντινούπολης και αλλού. Όλα τώρα αρχίζουν».

Μπορεί η διαχείριση του Ερντογάν από τούδε και στο εξής να αποδώσει και να αντιστρέψει την κατάσταση, εν τούτοις αποδείχτηκε ότι η Τουρκία είναι ένα καζάνι που βράζει και ότι η λάμψη του – όσο έντονη και αν είναι στο εξωτερικό – έχει ξεθωριάσει εντός των συνόρων. Το αυταρχικό στυλ της διακυβέρνησής του έχει αρχίσει να γίνεται αντιληπτό και εκτός των συνόρων, με ολέθριες συνέπειες για το προφίλ του ιδίου και της χώρας γενικότερα. Το γεγονός δημιουργεί ένα παράθυρο ευκαιρίας για να στρέψουμε το βλέμμα της διεθνούς κοινότητας, με έμφαση στην κοινή γνώμη και τα εθνικά κοινοβούλια των ΗΠΑ και της Ευρώπης, προς την φύση του κυπριακού ως πρόβλημα εισβολής και κατοχής. Να καταστήσουμε ξεκάθαρο το ότι η δυσωδία του αυταρχισμού και της βίας που αναδύεται μέσα από τα αποκαΐδια της Ταξίμ είναι η δική μας πραγματικότητα από το καλοκαίρι του 1974. Η εικόνα του ειρηνοποιού που τόσο επιδέξια προσπάθησε να οικοδομήσει η κυβέρνηση Ερντογάν απέχει πολύ από την πραγματικότητα, η οποία αποτυπώνεται στις λεηλατημένες κατεχόμενες εκκλησίες και στην επιγραφή που χαράζει τον Πενταδάκτυλο. Και δεν έχει να κάνει φυσικά με την ειρηνική συνύπαρξη Ελληνοκυπρίων και Τουρκοκυπρίων…

Σχόλια

Σχόλια