Σταδιακά τον τελευταίο καιρό αρχίζει να κτίζεται εκ νέου μια στρεβλή εικόνα της πραγματικότητας σε σχέση με το πρώτο Eurogroup. Ο νυν Υπουργός Οικονομικών της Κυπριακής Δημοκρατίας Χάρης Γεωργιάδης χαρακτήρισε ως λάθος την απόφαση της Βουλής για απόρριψη του πρώτου Eurogroup (http://www.kathimerini.gr/4dcgi/_w_articles_kathremote_1_21/04/2013_495021), ενώ σε παρόμοιες δηλώσεις προέβη και ο τέως Υπουργός Οικονομικών (που άλλωστε πρωταγωνίστησε στην λήψη της αρχικής απόφασης), Μιχάλης Σαρρής (http://www.inews.gr/162/m-sarris-lathos-to-ochi-tis-kypriakis-voulis-sto-proto-kourema.htm). Παρόμοιες θέσεις ακούγονται ολοένα και περισσότερο και από συναδέλφους ακαδημαϊκούς, αλλά και δημοσιογράφους, τόσο στον Κυπριακό, όσο και στον ελλαδικό χώρο. Η πράξη της Βουλής παρουσιάζεται ως προϊόν επιπολαιότητας, λάθος εκτίμησης των δεδομένων και ψευτοπαλληκαριάς, η οποία το μόνο που πέτυχε ήταν να επέλθει μια ακόμα χειρότερη συμφωνία για την Κύπρο μέσω από το κλείσιμο της Λαϊκής Τράπεζας και το βαθύτερο κούρεμα στην Τράπεζα Κύπρου.

Ο αναθεωρητισμός αυτός πρέπει κατά την άποψή μας να απαντηθεί. Πράγματι υπήρξε παγίως θέση μας ότι η παρουσίαση του «όχι» της Βουλής των Αντιπροσώπων ως ηρωικού και η ανυπαρξία σχεδίου Β΄ (τόσο από την Κυβέρνηση, όσο και από την Βουλή, αντίθετα προς τις προεκλογικές υποσχέσεις όλων των εμπλεκομένων) υπήρξε εσφαλμένη. Δεν περιλαμβανόμαστε σε αυτούς που πανηγύριζαν για το όχι της Βουλής, διότι απλούστατα το ίδιο βράδυ του πρώτου Eurogroup είχαμε δημοσίως τονίσει (ο ένας μάλιστα από εμάς με τρόπο ιδιαίτερα έντονο) πως ότι και να ψηφίσει η Βουλή η ζημιά είχε ήδη γίνει και ότι η κυπριακή οικονομία είχε υποστεί ασύλληπτη καταστροφή. Ήδη από το 2008 περιγράφαμε την πορεία της κυπριακής οικονομίας προς την καταστροφή (πιο πρόσφατα και ολοκληρωμένα ένα μήνα πριν το Eurogroup http://apopsi.com.cy/353), αλλά και τα δομικά προβλήματα της ΕΕ στην αντιμετώπιση της οικονομικής κρίσης (http://apopsi.com.cy/355). Είμαστε δε εξ εκείνων που πιστεύουν πως και σήμερα η Κύπρος θα πρέπει να παραμείνει στη ζώνη του Ευρώ και δεν πιστεύουμε πως η έξοδος από το ευρώ είναι υπό τις περιστάσεις λύση, πολύ δε περισσότερο η μαγική λύση (http://apopsi.com.cy/60).

Τα πιο πάνω συμπεράσματα όμως είναι διαφορετικά από το ερώτημα κατά πόσο η Βουλή είχε αποφασίσει εσφαλμένα όταν είπε όχι στην απόφαση του πρώτου Eurogroup και οπωσδήποτε δεν υποστηρίζουν την αναθεωρητική προσέγγιση ότι θα σώζαμε την Λαϊκή Τράπεζα αν εγκρινόταν η απόφαση του πρώτου Eurogroup. Λυπούμαστε μάλιστα να παρατηρήσουμε πως πολλές από τις αναλύσεις συναδέλφων έχουν ως εμφανή στόχο να περάσουν ένα μήνυμα ότι οποιαδήποτε αντίσταση είναι ψευδοπατριωτισμός ή λαϊκισμός. Η Βουλή έκανε υπέρμετρα λάθη σε αυτή την ιστορία: το «όχι» στην απόφαση του πρώτου Eurogroup όμως δεν ήταν ένα από αυτά. Και αυτό ανεξάρτητα από το θέμα της συζήτησης των διαπραγματευτικών επιλογών στο δεύτερο Eurogroup, δηλαδή κατά πόσο ήταν εφικτό να αποφευχθεί η απόφαση για πώληση σε τιμή ευκαιρίας των υποκαταστημάτων των κυπριακών τραπεζών στην Ελλάδα, για μεταφορά του ELA στην Τράπεζα Κύπρου κ.ο.κ. Για σκοπούς του παρόντος επιχειρήματος ας υιοθετήσουμε την πιο ευνοϊκή για τους θιασώτες της απόφασης του πρώτου Eurogroup προσέγγισης, ότι δηλαδή η απόφαση του δεύτερου Eurogroup υπήρξε υπό τις περιστάσεις αναπόφευκτη.

Η πρώτη απόφαση του Eurogroup είναι γνωστό πως έτυχε συνολικής καταδίκης πανευρωπαϊκά. Η εν λόγω απόφαση παραβίαζε την Οδηγία 2009/14/ΕΚ που εγγυάται το ελάχιστο ποσό καταθέσεων ενός καταθέτη μέχρι 100.000 ευρώ. Παραβίαζε δηλαδή τόσο το κυπριακό, όσο και το κοινοτικό δίκαιο, και κούρευε ακόμα και τους λογαριασμούς καταθετών κάτω των 100.000. Ήδη, ακόμα και χωρίς να υλοποιηθεί λόγω της απόφασης της κυπριακής Βουλής, και μόνο η προθυμία της Τρόικας να προβεί σε κούρεμα καταθέσεων κάτω του εγγυημένου ποσού, έχει οδηγήσει σε μεγάλο βαθμό σε πανευρωπαϊκή δυσπιστία απέναντι στο τραπεζικό σύστημα.

Η συγκεκριμένη απόφαση του πρώτου Eurogroup έσπασε ένα χρηματο-οικονομικό ταμπού, κλονίζοντας έτσι την εμπιστοσύνη των καταθετών σε επίπεδο Ευρωζώνης και ελλοχεύοντας τόσο οικονομικούς, όσο και πολιτικούς κινδύνους με γεωπολιτικές προεκτάσεις. Ο διάλογος για το εάν η εν λόγω απόφαση ενδέχεται να αποτελέσει την «ταφόπλακα» για το ευρωπαϊκό κοινό νόμισμα, συνεχίζεται ακόμα και σήμερα. Πριν 10 μόλις μέρες (στις 29 Μαΐου), η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα προέβη στην ανακοίνωση στοιχείων τα οποία αποδεικνύουν ότι το κυπριακό σχέδιο διάσωσης προκάλεσε ένα περιορισμένο κύμα απόσυρσης καταθέσεων σε πολλές χώρες της Ευρωζώνης, συμβάλλοντας στο περιορισμό του δανεισμού προς την πραγματική οικονομία (σχετικό είναι για παράδειγμα το άρθρο του G. Smith, http://www.thenationalherald.com/article/59426). Και αυτό παρόλο που πολλοί Ευρωπαίοι αξιωματούχοι δεν σταματούν να υπερτονίζουν την ιδιαιτερότητα της κυπριακής περίπτωσης. Το αρχικό σχέδιο διάσωσης μπορεί να εγκαταλείφθηκε (ένεκα του «όχι» της κυπριακής βουλής). Αυτό όμως δεν μπορεί να μετριάσει τον αντίκτυπο μιας τέτοιας τερατώδους απόφασης στην ψυχολογία των Ευρωπαίων.

Περαιτέρω με την πρώτη απόφαση του Eurogroup καλούνταν να καταβάλουν χρήματα μέσω κουρέματος, καταθέτες οι οποίοι δεν είχαν καταθέσει τα χρήματά τους σε μια εκ των δύο επηρεαζόμενων τραπεζών. Κάτι τέτοιο δεν είχε βέβαια καμιά οικονομική λογική και ουσιαστικά συνιστούσε μια επανάληψη προηγούμενων λαθών που είχαν γίνει στην διαχείριση της κυπριακής οικονομίας. Επειδή καταστρέφεται ένας οργανισμός δεν σημαίνει πως για να προσπαθήσεις να τον σώσεις, θα πρέπει να καταστρέψεις και τους υπόλοιπους οργανισμούς που είναι θεωρητικά υγιείς. Δεν υπήρχε καμιά οικονομική λογική που να μπορούσε να δικαιολογήσει την επιβολή κουρέματος σε καταθέτες υγιών τραπεζικών ιδρυμάτων για προβλήματα άλλων τραπεζών.

Θα μπορούσε να αντιτείνει κάποιος πως η προάσπιση της νομιμότητας ή του κυπριακού ή του κοινοτικού δικαίου ή ακόμα και η προάσπιση της οικονομικής λογικής, δεν είναι εν προκειμένω οι κρίσιμοι παράγοντες. Θα μπορούσε δηλαδή να ισχυριστεί πως παρά τα πιο πάνω, η Βουλή θα έπρεπε να υπερψηφίσει το πρώτο σχέδιο ώστε να αποφευχθεί το «χειρότερο» δεύτερο σχέδιο. Τα πράγματα όμως δεν είναι καθόλου έτσι.

Πιστεύουμε ότι πρέπει μέχρι σήμερα να έχει γίνει κατανοητό πως η λειτουργία του τραπεζικού συστήματος στηρίζεται στην ψυχολογία των καταθετών. Η επομένη του αρχικού κουρέματος θα έβρισκε τους καταθέτες στις τράπεζες (αυτό έγινε άλλωστε) να προσπαθούν να φυγαδεύσουν τα χρήματά τους. Όχι μόνο τους καταθέτες της Τράπεζας Κύπρου ή της Λαϊκής, αλλά το σύνολο των καταθετών. Μάλιστα αν εγκρινόταν η αρχική απόφαση δεν θα υπήρχαν σε ισχύ περιοριστικά μέτρα στις τράπεζες. Θα είχαμε με δυο λόγια bank run που θα οδηγούσε με μαθηματική ακρίβεια στην κατάρρευση της Λαϊκής και της Τράπεζας Κύπρου και στην επιβολή της δεύτερης απόφασης του Eurogroup με μια μικρή διαφορά: ότι η δεύτερη απόφαση του Eurogroup, το κλείσιμο της Λαϊκής και το βαθύτερο κούρεμα της Τράπεζας Κύπρου θα ακολουθούσε χρονικά την ήδη επικυρωμένη πρώτη απόφαση του Eurogroup.

hands of our money

Μπορεί κάποιος να απαντήσει πως η Βουλή θα μπορούσε να είχε πει ναι στην πρώτη απόφαση του Eurogroup και να ψηφίσει ταυτόχρονα τα περιοριστικά μέτρα, ως έπραξε στη συνέχεια. Όντως. Θα έλυνε όμως αυτό το πρόβλημα; Η απάντηση και πάλι είναι αρνητική. Και αυτό διότι τα περιοριστικά μέτρα, ως έχει ήδη διαφανεί μετά από σχεδόν τρεις μήνες επιβολής τους, οξύνουν τα προβλήματα έλλειψης εμπιστοσύνης του καταθέτη απέναντι στην τράπεζα και κατά συνέπεια εμποδίζουν την οικονομία να λειτουργήσει. Όπως έχει φανεί, η επιβολή κουρέματος (αφήνοντας κατά μέρους τη νομιμότητά της) δεν είναι κάτι που υλοποιείται μέσα σε μια μέρα. Αντιθέτως. Είναι κάτι που λαμβάνει χρόνο και παρουσιάζει πολλά πρακτικά προβλήματα. Φανταστείτε να προσπαθεί να υλοποιηθεί η απόφαση για κούρεμα στο σύνολο του τραπεζικού συστήματος και με τους καταθέτες όλων των τραπεζικών ιδρυμάτων της Κύπρου να έχουν καταχωρήσει δικαστικές διαδικασίες (ο αριθμός των προσφευγόντων είναι σήμερα συγκριτικά μικρός, ακριβώς λόγω της εξαίρεσης των καταθετών κάτω των 100.000 ευρώ).

Είναι χαρακτηριστικό ότι η Τρόικα αρνείται ακόμα και σήμερα να άρει τα περιοριστικά μέτρα, ακριβώς διότι θεωρεί πως άρση τους θα επέφερε την ολική κατάρρευση του τραπεζικού συστήματος και δεν θα μπορούσε να διασωθεί η Τράπεζα Κύπρου. Και θα σωζόταν η Λαϊκή; Με περιοριστικά μέτρα μετά από κούρεμα που θα είχε επηρεάσει τον συνολικό πληθυσμό της Κύπρου; Μια παρόμοια θεώρηση και αν είναι αφελής και επιπόλαιη.

Τα πιο πάνω άλλωστε είχε παραδεχθεί στον ουσιώδη χρόνο σε συνέντευξη του στον Φιλελεύθερο στις 31/3/2013, προτού οι Υπουργοί του και άλλοι ξεκινήσουν τακτική αναθεωρητισμού της ιστορικής πραγματικότητας, και ο ίδιος ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας ( http://www.philenews.com/el-gr/eidiseis-politiki/39/139037/proedros-me-apeilisan-oti-tha-ekleinan-kai-tis-dyo-trapezes). Παραθέτουμε αυτούσια την κρίσιμη ερωταπάντηση:

«Θα σώζαμε τις δύο τράπεζες εάν περνούσαμε το πρώτο σχέδιο κουρέματος των καταθέσεων, το οποίο απορρίφθηκε από τη Βουλή;
– Η Λαϊκή δεν σωζόταν με τίποτε, δυστυχώς. Κι αυτό έπρεπε να γίνει από πριν αλλά το άφησαν να το βρούμε εμείς»

Αυτή είναι και η πραγματικότητα. Η Λαϊκή ήταν καταδικασμένη. Η απόφαση του πρώτου Eurogroup απλώς θα παρέτεινε για μερικές μέρες (αν δεν υπήρχαν σε ισχύ περιοριστικά μέτρα) ή εβδομάδες (αν υπήρχαν σε ισχύ περιοριστικά μέτρα) το τέλος της. Όπως ακριβώς είχε γίνει και με την περιβόητη πλέον απόφαση της Βουλής να παράσχει στήριξη προς την Λαϊκή το καλοκαίρι του 2012, απόφαση που απλώς παρέτεινε το αναπόφευκτο και δυσχέρανε την οικονομική θέση του συνολικού κυπριακού τραπεζικού και οικονομικού συστήματος. Ούτε και ο ELA θα εξαφανιζόταν μετά την απόφαση του πρώτου Eurogroup, ούτε και τα δομικά προβλήματα θα έπαυαν ως διά μαγείας. Πολύ δε περισσότερο όταν είναι πλέον καλά γνωστό ότι η νομοθεσία περί εξυγίανσης των τραπεζικών ιδρυμάτων δεν εμφανίστηκε ξαφνικά από το πουθενά μέσα σε μια μέρα, αλλά ήταν στο τραπέζι αρκετούς μήνες πριν το Eurogroup. Όπως είχαμε αναφέρει αρκετούς μήνες πριν στο άρθρο μας στο Foreign Affairs: The Hellenic Edition (http://apopsi.com.cy/353)

 Στη βάση των πιο πάνω δεδομένων η Κυπριακή Δημοκρατία ανέλαβε να λειτουργήσει ως ανάδοχος της άσκησης δικαιωμάτων του ομίλου της Λαϊκής Τράπεζας, χρηματοδοτώντας από τον κρατικό προϋπολογισμό την τράπεζα μέσα από την έκδοση δικαιωμάτων ύψους 1,8 δισ. ευρώ, με ουσιαστικά ασαφείς όρους. Η κρατική στήριξη, όμως, δεν φαίνεται να συνοδεύεται από συγκεκριμένη στρατηγική αναβάθμισης του τραπεζικού συστήματος. Ούτε και μπορεί να παραγνωριστεί πως η συμμετοχή του κράτους σε άλλους παρόμοιους οργανισμούς μέσω ασαφών σχεδίων διάσωσης, όπως η διαχείριση του κρατικού αερομεταφορέα, της Cyprus Airways, αποδείχθηκε ανεπαρκής. Το μοντέλο του κράτους-τραπεζίτη δεν φαίνεται να παρέχει τα εχέγγυα μιας μακροπρόθεσμης βιωσιμότητας, ιδιαίτερα αν ληφθεί υπόψη ο κίνδυνος ελέγχου της τράπεζας από μικροκομματικά συμφέροντα, όμοια με εκείνα που έχουν οδηγήσει σε διόγκωση και αδράνεια τον δημόσιο τομέα.

Πέραν των πιο πάνω ας μην παραγνωρίζουμε και την ρωσική πτυχή. Το γεγονός ότι ακόμα διασώζονται εν μέρει οι ρωσικές επενδύσεις στην Κύπρο στηρίζεται ακριβώς στο γεγονός ότι η Βουλή είπε όχι στην απόφαση του πρώτου Eurogroup. Διότι χάρη στην απόφαση της Βουλής κατέστη δυνατό να διασωθεί μερικώς η αξιοπιστία των υπόλοιπων τραπεζικών ιδρυμάτων της Κύπρου, αλλά και να πειστούν (και πάλι μερικώς) οι Ρώσοι επενδυτές ότι η κυπριακή πλευρά προσπάθησε με κάθε τρόπο να αποφύγει την επιβολή κουρέματος. Αν επιχειρείται σήμερα να προβληθεί η όποια εναπομείνασα αξιοπιστία της Κύπρου ως χρηματοπιστωτικού κέντρου, αυτό οφείλεται στο ότι απορρίφθηκε η πρώτη απόφαση του Eurogroup.

Κατά συνέπεια η σύγκριση που επιχειρείται από κάποιους, παρουσιάζοντας την πρώτη απόφαση του Eurogroup ως μια απόφαση που θα διέσωζε ξαφνικά την οικονομία ως εκ θαύματος και θα αντιμετώπιζε όλα τα προβλήματα, δεν μπορεί να βρει οποιαδήποτε στήριξη. Η πρώτη απόφαση ήταν μια κακή απόφαση, χειρότερη από την δεύτερη, από όποια πλευρά και αν το αντικρύσει κανείς, ακριβώς διότι η πρώτη απόφαση θα επέφερε με μαθηματική ακρίβεια την δεύτερη σε σύντομο χρονικό διάστημα. Η πραγματικότητα είναι πως η απόφαση στο πρώτο Eurogroup δεν θα έπρεπε ποτέ να είχε ληφθεί με τον τρόπο που λήφθηκε. Η ικανότητα μιας Κυβέρνησης ή ενός νομοθετικού οργάνου να λέει «όχι» όταν χρειάζεται είναι το ίδιο σημαντική με την ικανότητα της να λέει «ναι». Και ο καθορισμός των κόκκινων γραμμών έχει νόημα, μόνο όταν οι εκ των προτέρων τιθέμενες κόκκινες γραμμές δεν θα παραβιάζονται.

Για να κτίσουμε το μέλλον, θα πρέπει πρώτα να μάθουμε να αντικρίζουμε με ρεαλιστικό τρόπο το παρελθόν και το παρόν. Η Βουλή των Αντιπροσώπων έχει κάνει πολλά λάθη στην διαχείριση της οικονομικής κρίσης. Το «όχι» στην απόφαση του πρώτου Eurogroup δεν περιλαμβάνεται σε αυτά.

Σχόλια

Σχόλια