Είναι γνωστό και ευρέως αποδεκτό ότι στην εποχή που ζούμε οι τεχνολογίες πληροφορικής, τηλεπικοινωνιών και διαδικτύου (internet), αποτελούν ένα οριζόντιο εργαλείο ανάπτυξης και καινοτομίας σε όλους τους τομείς της οικονομίας. Είναι τεράστια τα οφέλη και οι δυνατότητες που μας προσφέρονται με τη διασύνδεση των υπηρεσιών μεταξύ τους αλλά και με τη δική μας διασύνδεση με διάφορες υπηρεσίες, ιδιαίτερα μέσω του διαδικτύου. Ενδεικτικά, μερικά από τα οφέλη είναι το κέρδος σε χρόνο διεκπεραίωσης διαδικασιών, σε δημιουργία θέσεων εργασίας κατάλληλων για τα προσόντα του σημερινού ανθρώπινου δυναμικού της Κύπρου, σε σημαντική βελτίωση των διαδικασιών εκπαίδευσης με τρόπο προσβάσιμο για όλους, ιδιαίτερα των ατόμων με αναπηρίες, καθώς και σε δυνατότητα άμεσης επικοινωνίας των πολιτών με τις Αρχές και συμμετοχής τους στις διαδικασίες λήψης αποφάσεων.

Οι τεχνολογίες αυτές, επομένως, είναι το εργαλείο που μπορεί και πρέπει να χρησιμοποιηθεί για την βελτίωση των διαδικασιών και την ανάπτυξη σε όλους τους τομείς: στη γεωργία, την κτηνοτροφία, τα χρηματοοικονομικά, τη μηχανική, τις κοινωνικές επιστήμες, τη νομική, την εκπαίδευση, τη βιομηχανία και γενικά σε όλα τα πεδία. Την ανάγκη αυτήν την αναγνωρίζει και η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, η οποία προωθεί την οριζόντια εφαρμογή των τεχνολογιών πληροφορικής και επικοινωνιών στα πλαίσια της Ψηφιακής Στρατηγικής.

 

Το κόστος του λογισμικού για το Κράτος

Το λογισμικό (software), κάθε μορφής, είναι ίσως το πιο βασικό συστατικό των νέων τεχνολογιών, αφού αποτελεί τη λογική με βάση την οποία λειτουργούν, επικοινωνούν και αλληλεπιδρούν οι διάφορες αυτοματοποιημένες υπηρεσίες. Στην Κύπρο, παρόλο που η κατανόηση της ανάγκης και κατ’ επέκταση η υιοθέτηση του λογισμικού ως βασικούεργαλείο ανάπτυξης των υπηρεσιών είχε καθυστερήσει σημαντικά σε σχέση με τα άλλα κράτη της ΕΕ, τα τελευταία χρόνια παρατηρείται μεγάλη στροφή προς την ανάπτυξη λογισμικού και την αυτοματοποίηση.

Αξίζει να αναφέρουμε ότι σύμφωνα με τα στοιχεία που διατηρεί το «Ηλεκτρονικό Σύστημα Σύναψης Συμβάσεων» της Διεύθυνσης Δημοσίων Συμβάσεων του Γενικού Λογιστηρίου της Κυπριακής Δημοκρατίας, από τον Ιούνιο του 2009 που μπήκε σε λειτουργία, έχουν ολοκληρωθεί 38 διαγωνισμοί, οι οποίοι κατέληξαν σε ανάθεση ισόποσων Έργων λογισμικού[1]. Άλλοι 19 διαγωνισμοί στην ίδια κατηγορία είναι υπό εξέλιξη, με τους 5 να βρίσκονται στη φάση υποβολής προσφορών και τους 14 να βρίσκονται σε φάση αξιολόγησης των υποβληθέντων προσφορών.

Με βάση τα στοιχεία, ο συνολικός προϋπολογισμός για τα 57 αυτά Έργα ανέρχεται περίπου στα 60 εκατομμύρια Ευρώ (ο υπολογισμός έγινε με βάση την αρχική εκτίμηση για το κόστος των Έργων). Παρόλο που το τελικό ποσά της ανάθεσης είναι χαμηλότερο (π.χ. κατά 20%–30%), η επένδυση που αναλαμβάνουμε και πραγματοποιούμε ως πολίτες, δεν παύει να είναι σημαντική, ιδιαίτερα υπό το πρίσμα των τελευταίων οικονομικών εξελίξεων.

 

Το υφιστάμενο μοντέλο και τα προβλήματα στην ανάπτυξη Έργων λογισμικού

Το μοντέλο που ακολουθείται στη συντριπτική πλειοψηφία των Έργων ανάπτυξης λογισμικού προς όφελος οργανισμών του δημόσιου και ευρύτερου δημόσιου τομέα στην Κύπρο, είναι το εξής:

  1. Ο ενδιαφερόμενος οργανισμός ή υπηρεσία του δημοσίου, έχοντας το ρόλο της Αναθέτουσας Αρχής, ετοιμάζει τις οικονομικές και τεχνικές προδιαγραφές του απαιτούμενου λογισμικού. Στις πλείστες των περιπτώσεων αυτές είναι ελλιπείς είτε γιατί οι λειτουργοί που αναλαμβάνουν τη συγγραφή τους δεν έχουν το απαραίτητο υπόβαθρο, είτε γιατί η ανάδοχος εταιρεία που αναλαμβάνει να συγγράψει τις προδιαγραφές εκ μέρους της Αναθέτουσας Αρχής δεν υπόκειται στον απαραίτητο έλεγχο με αποτέλεσμα να συντηρείται η προχειρότητα.
  2. Στη συνέχεια, μετά από διαδικασία προκήρυξης σχετικού διαγωνισμού, αξιολόγησης υποβληθέντων προτάσεων και ανάθεσης με βάση το κριτήριο, στις πλείστες των περιπτώσεων, της χαμηλότερης τιμής εκ των προσφορών που ικανοποιούν όλες τις προδιαγραφές, αναδεικνύεται ο Ανάδοχος οργανισμός/εταιρεία και υπογράφει συμβόλαιο εκτέλεσης του Έργου.

Σημειώνουμε ότι η διαδικασία που περιγράφουμε διεκπεραιώνεται μέσα από το Ηλεκτρονικό Σύστημα Σύναψης Συμβάσεων που αναφέραμε πιο πάνω και το οποίο αποτελεί παράδειγμα προς μίμηση σε ότι αφορά την υλοποίηση αλλά και την καθημερινή λειτουργία και συντήρηση συστημάτων λογισμικού. Δυστυχώς όμως αυτό δεν είναι ο κανόνας. Τις περισσότερες φορές, ξεκινώντας από ελλιπείς προδιαγραφές και συνεχίζοντας με ελλιπή έλεγχο ικανοποίησης έστω αυτών των προδιαγραφών, σε συνδυασμό με προχειρότητα και έλλειψη επαγγελματισμού, οι συνεργάτες (Αναθέτουσα Αρχή και Ανάδοχος Φορέας) καταλήγουν σε ένα φτωχό αποτέλεσμα.

Τα πράγματα γίνονται χειρότερα αν αναλογιστούμε ότι ο σχεδιασμός και η υλοποίηση Έργων λογισμικού πολύ σπάνια γίνεται στα πλαίσια μιας ευρύτερης στρατηγικής ανάπτυξης και συνεργασίας των υπηρεσιών ή τουλάχιστον σε συνεννόηση με όλους τους εν δυνάμει ενδιαφερόμενους. Επιπλέον, οι Ανάδοχες εταιρείες, είτε υποχρεώνονται από τις Αναθέτουσες Αρχές να χρησιμοποιήσουν και να βασιστούν για τη δουλειά τους σε πακέτα λογισμικού συγκεκριμένων κατασκευαστών και με συγκριτικά υψηλότερο κόστος είτε έχουν πλήρη και εσαεί έλεγχο επάνω στα συστήματα λογισμικού που αναπτύσσουν. Ως αποτέλεσμα, οι Αναθέτουσες Αρχές (δηλαδή οι δημόσιες υπηρεσίες, και κατ’ επέκταση, εμείς) καθίστανται δέσμιοι των εταιρειών εφ’ όρου ζωής του συστήματος. Φυσικά κάποια στιγμή αυτό το σύστημα δεν ικανοποιεί πλέον τις τρέχουσες ανάγκες και εκεί είναι που ξεκινά η όλη διαδικασία από την αρχή και ο φορολογούμενος πολίτης πληρώνει ξανά (και ξανά) το λογαριασμό. Τα πιο πάνω ακριβώς είναι που μετατρέπουν την ανάπτυξη Έργων λογισμικού ως μια επένδυση με μεγάλο ρίσκο, και με μεγάλη πιθανότητα «να πάει χαμένη».

Μόνο με την καταγραφή της πραγματικότητας θα μπορέσουμε να προχωρήσουμε με σωστές διορθωτικές και αισιόδοξες κινήσεις στο άμεσο μέλλον.

 

Εισήγηση για υιοθέτηση του Λογισμικού «Ανοικτού Κώδικα» από το Δημόσιο Τομέα

Εδώ και αρκετά χρόνια έχει καθιερωθεί ένα νέο μοντέλο ανάπτυξης λογισμικού, με βάση το οποίο οι δημιουργοί λογισμικού παρέχουν ελεύθερη πρόσβαση στον κώδικα υλοποίησης μιας βασικής έκδοσης των συστημάτων λογισμικού που αναπτύσσουν. Στις περιπτώσεις που αυτό το λογισμικό πείθει για τη χρησιμότητα του, ομάδες προγραμματιστών οργανώνονται και συνεργάζονται με τον αρχικό δημιουργό και συνεχίζουν την από κοινού ανάπτυξη, βελτίωση και συντήρηση του λογισμικού. Όλοι αυτοί χτίζουν το δικό τους επιχειρηματικό μοντέλο διάθεσης/πώλησης του λογισμικού και/ή συναφών υπηρεσιών, στηριζόμενοι σε συγκεκριμένους όρους χρήσης που καθορίζουν επ’ ακριβώς τα δικαιώματα χρήσης που έχει ο καθένας επί του τελικού αποτελέσματος. Το λογισμικό που αναπτύσσεται με αυτόν τον τρόπο, ορίζεται ως Λογισμικό Ανοιχτού Κώδικα. Σύμφωνα με τον ορισμό που δίνει το «Open Source Initiative», το λογισμικό Ανοικτού Κώδικα αποτελεί λογισμικό που μπορεί να διανεμηθεί ελεύθερα σε πλήρως επεξεργάσιμη μορφή, που επιτρέπει μετατροπές και ελεύθερη διανομή αυτών των μετατροπών προς χρήση, που δεν επιβάλλει ή δεν εμπλέκεται σε καμία διάκριση ανθρώπων, ομάδων ή πεδίων εφαρμογής, που παρέχεται με αδειοδότηση η οποία δεν επιβάλλει διάκριση μεταξύ τεχνολογιών, κ.α.   Αυτό το μοντέλο ανάπτυξης λογισμικού το βλέπουμε ως ένα εργαλείο το οποίο μπορεί να βοηθήσει στην ανάπτυξη και την καινοτομία.

Στην Κύπρο δεν έχει ακόμα μελετηθεί η υιοθέτηση του μοντέλου αυτού, παρόλα αυτά, ήδη οι δημόσιες υπηρεσίες σε διάφορες χώρες της Ευρώπης, καθώς και η ίδια η Ευρωπαϊκή Επιτροπή και οι Ηνωμένες Πολιτείες Αμερικής έχουν κάνει πολλά βήματα προς αυτήν την κατεύθυνση και έχουν υιοθετήσει πολιτικές που επιβάλλουν τη χρήση λογισμικού ανοιχτού κώδικα σε Έργα λογισμικού για τις δημόσιες υπηρεσίες.

Σε Ευρωπαϊκό επίπεδο ενδεικτικά αναφέρουμε το πρόγραμμα Joinup. Η πλατφόρμα αυτή δημιουργήθηκε από την ίδια την Ευρωπαϊκή Επιτροπή και χρηματοδοτείται από όλους εμάς τους Ευρωπαίους Πολίτες μέσω ειδικών κονδυλίων. Προσφέρει υπηρεσίες που βοηθάνε τους επαγγελματίες που ασχολούνται με την ανάπτυξη λύσεων ηλεκτρονικής διακυβέρνησης, ώστε να βρούνε, να επιλέξουν, να επανα-χρησιμοποιήσουν και να αναπτύξουν ηλεκτρονικές υπηρεσίες βασισμένες σε λογισμικό ανοιχτού κώδικα και με τρόπο που να βελτιώνουν τη διαλειτουργικότητα μεταξύ των διαφόρων υπηρεσιών. Από την άλλη, οι Ηνωμένες Πολιτείες Αμερικής διαθέτουν επίσημο διαδικτυακό χώρο για την προώθηση του λογισμικού ανοιχτού κώδικα.

 

Οδικός χάρτης υιοθέτησης του λογισμικού ανοικτού κώδικα και ο ρόλος του ΤΥΠ

Στην περίπτωση της Κύπρου, βλέπουμε διάφορα πιθανά επίπεδα υιοθέτησης του λογισμικού ανοιχτού κώδικα:

1) Ο πιο άμεσος τρόπος είναι οι δημόσιες υπηρεσίες που δρουν ως Αναθέτουσες Αρχές σε Έργα λογισμικού, κατά τη συγγραφή των προδιαγραφών των συστημάτων λογισμικού να μην αποκλείουν τη χρήση πακέτων λογισμικού ανοιχτού κώδικα. Αυτό προϋποθέτει ότι οι ανάδοχες εταιρείες θα απαιτείται να διαθέτουν τον απαραίτητο συνδυασμό γνώσεων από τεχνικής αλλά και από νομικής πλευράς. Χωρίς να μπαίνουμε σε λεπτομέρειες, αναφέρουμε ότι το λογισμικό ανοιχτού κώδικα μπορεί κάλλιστα και υπό ορισμένες προϋποθέσεις, να συνυπάρχει με άλλο λογισμικό. Το μέτρο αυτό θα επιφέρει κάποια άμεσα οφέλη από το μειωμένο κόστος του λογισμικού.

Για παράδειγμα, ένα διαδικτυακό σύστημα εκπαίδευσης που αναπτύσσεται για ένα εκπαιδευτικό ίδρυμα και είναι βασισμένο στο πακέτο Moodle το οποίο παρέχεται ελεύθερα και περιέχει ήδη μεγάλο εύρος απαραίτητων λειτουργιών, θα κοστίσει πολύ λιγότερο, σε χρόνο και σε χρήμα, παρά ένα σύστημα που θα αναπτυχθεί από το μηδέν.

2) Ίσως το ακόμα σημαντικότερο πλεονέκτημα από τη χρήση του λογισμικού ανοιχτού κώδικα, θα είναι η δυνατότητα ανάθεσης της συντήρησης και επέκτασης του ξανά μέσα από διαδικασία ανοιχτού διαγωνισμού και αποφεύγοντας το δέσιμο με συγκεκριμένες ανάδοχες εταιρείες που, σε κάποιες περιπτώσεις, αποτελεί πηγή εκμετάλλευσης. Αυτό γιατί το αναπτυχθέν λογισμικό, με βάση το μοντέλο ανοιχτού κώδικα, θα συνεχίζει να παρέχεται ελεύθερα μειώνοντας έτσι την πιθανότητα η εταιρεία που ανέλαβε την αρχική ανάπτυξη να είναι και η μοναδική που διαθέτει την πρόσβαση και την τεχνογνωσία (ή μη) για την περαιτέρω επέκταση του ίδιου λογισμικού.

Για παράδειγμα, σε περίπτωση που το προαναφερθέν διαδικτυακό σύστημα εκπαίδευσης Moodle χρειάζεται να επικοινωνήσει στο μέλλον με εκπαιδευτικά παιχνίδια για φορητές συσκευές και να τα ενσωματώσει στην εκπαιδευτική διαδικασία, την επέκταση αυτή θα μπορεί να την αναλάβει μια δεύτερη εταιρεία με εξειδίκευση στην ανάπτυξη και ενσωμάτωση τέτοιων παιχνιδιών.

3) Οι δημόσιες υπηρεσίες που δρουν ως Αναθέτουσες Αρχές, μπορούν (επιβάλλεται κατά τη δική μας άποψη) μέσα από τους όρους των σχετικών διαγωνισμών να απαιτούν να λαμβάνουν το συνολικό λογισμικό πακέτο που αναπτύσσεται, ακόμα και αυτό που δεν βασίζεται σε υπάρχον λογισμικό ανοιχτού κώδικα, ώστε να παρέχεται ως λογισμικό ανοιχτού κώδικα. Το λογισμικό που αναπτύσσεται εξ’ αρχής και για το οποίο το κράτος θα διαθέτει τα πλήρη δικαιώματα χρήσης (αφού θα έχει ήδη πληρώσει για τη δημιουργία του) μπορεί να παρέχεται ελεύθερα υπό τους όρους κάποιας διαδεδομένης άδειας χρήσης, για παράδειγμα της European Union Public Licence (EUPL) η οποία αποτελεί πρωτοβουλία της Ευρωπαϊκής Ένωσης για την υιοθέτηση λογισμικού ανοιχτού κώδικα από δημόσιες υπηρεσίες.

Αυτό το «άνοιγμα» των Έργων λογισμικού που αναπτύσσει το κράτος, θα επιτρέψει τη δημιουργία ομάδων γύρω από αυτά τα Έργα που θα αποτελούνται από ιδιωτικές εταιρείες ανάπτυξης λογισμικού αλλά και από μεμονωμένους επαγγελματίες με ειδίκευση στον προγραμματισμό και ανάπτυξη λογισμικού. Αυτές οι ομάδες θα μπορούν να συνεισφέρουν καθημερινά στη βελτίωση του σχετικού λογισμικού αλλά και στην επέκταση του. Οι άδειες χρήσης λογισμικού ανοιχτού κώδικα εξασφαλίζουν ότι ο καθένας διατηρεί τα δικαιώματα χρήσης της δικής του συνεισφοράς και μπορεί να χρησιμοποιήσει και το υπόλοιπο λογισμικό, εφόσον δεν παραβιάσει τους όρους χρήσης που επιβάλλει η εφαρμοζόμενη άδεια. Γίνεται εύκολα αντιληπτό ότι με αυτόν τον τρόπο οι δημόσιες υπηρεσίες εξασφαλίζουν ένα τεράστιο δυναμικό ανάπτυξης και βελτίωσης του λογισμικού που θα χρησιμοποιούν και ταυτόχρονα δημιουργούν τις προϋποθέσεις για συνεργασία με τον ιδιωτικό τομέα, ανάπτυξης λογισμικού και μεταφορά της τεχνογνωσίας σε διάφορους τομείς της οικονομίας.

Το μοντέλο αυτό αποτελεί μια έμμεση αλλά αποτελεσματική χρηματοδότηση της ανάπτυξης, με τη μείωση του κόστους αγοράς και συντήρησης λογισμικού, με την επαναχρησιμοποιήση πόρων, καθώς και με την προώθηση νέων μοντέλων εργασίας εταιρειών και ατόμων που ειδικεύονται στις νέες τεχνολογίες.

Σε αυτό το πλαίσιο, το Τμήμα Υπηρεσιών Πληροφορικής της Κυπριακής Δημοκρατίας, μπορεί να μετεξελιχθεί και να αναλάβει το ρόλο της οργάνωσης και καθοδήγησης αυτών των ομάδων που θα δημιουργούνται για κάθε σύστημα λογισμικού. Επομένως και εδώ ανοίγεται ένα παράθυρο απασχόλησης των πτυχιούχων μας αφού θα χρειάζεται υψηλή εξειδίκευση και ικανότητες καθοδήγησης της καινοτομίας.

 

Η πρόκληση!

Η μετάβαση σε νέα, πιο ανοιχτά μοντέλα ανάπτυξης λογισμικού για τις ανάγκες του δημόσιου τομέα, απαιτεί και προωθεί τη συνεργασία όλων των εμπλεκόμενων φορέων. Με αυτόν τον τρόπο προωθείται η καινοτομία και ταυτόχρονα ανοίγονται πολλές πόρτες για περαιτέρω χρήση του λογισμικού και συνεργασίες και ακόμα περισσότερες καινοτομίες. Φυσικά όλα αυτά δε μπορούν να γίνουν από τη μια στιγμή στην άλλη. Απαιτείται ολοκληρωμένη στρατηγική η οποία θα αναπτυχθεί από άτομα που γνωρίζουν το αντικείμενο και από άτομα που έχουν ως μοναδικό στόχο την επιτυχία του θεσμού. Η Κύπρος διαθέτει το απαιτούμενο ανθρώπινο δυναμικό για το σκοπό αυτό, το οποίο κατέχει τις απαιτούμενες εξειδικευμένες γνώσεις. Παράλληλα, υπάρχουν ήδη μηχανισμοί οι οποίοι με μικρές αλλαγές μπορούν να ενεργοποιήσουν αυτό το δυναμικό για την επίτευξη των στόχων που προαναφέραμε. Όλοι οι φορείς που ασχολούνται με τα θέματα ανάπτυξης και καινοτομίας, οφείλουμε να προωθούμε αυτό το στόχο, έχοντας ως αισιοδοξία και όραμα να καταστεί η Κύπρος ένα εργαστήρι ανάπτυξης και καινοτομίας.

 


[1] Τα στοιχεία αντλήθηκαν με αναζήτηση στη γενική κατηγορία «Πακέτα Λογισμικού και Συστήματα Πληροφορικής» του Κοινού Λεξιλογίου Προμηθειών (Common Procurement Vocabulary, CPV) το οποίο έχει υιοθετηθεί για την κατηγοριοποίηση των προμηθειών στο εν λόγω σύστημα.

 

Μάθετε Περισσότερα:

Πως η Ευρωπαϊκή Ένωση στηρίζει τον ανοικτό κώδικα (Επίτροπος Neelie Kroes)

 

Σουηδία: Framework Agreements για τον Ανοικτό Κώδικα

Σχόλια

Σχόλια