flags

Ο ρόλος των εθνικών συμφερόντων στην διεθνή πολιτική και, κυρίως, στην χάραξη μιας εξωτερικής πολιτικής είναι αδιαμφισβήτητα πρωταρχικός. Άλλωστε, μια εξωτερική πολιτική και μια εθνική στρατηγική καταρτίζεται με απώτερο στόχο την εξυπηρέτηση συμφερόντων. Σε ένα άναρχο διεθνές σύστημα χωρίς μία κεντρική ρυθμιστική και εκτελεστική εξουσία, στην οποία να μπορούν να απευθύνονται τα κράτη που κινδυνεύουν, η αρχή της αυτοβοήθειας παραμένει το ύστατο μέσον αυτοσυντήρησης. Με άλλα λόγια, τα κράτη είναι υποχρεωμένα να καταφεύγουν στις δικές τους δυνάμεις, στις δικές τους ικανότητες, για να διασφαλίσουν το υπέρτατο εθνικό συμφέρον: Την ασφάλεια και δη την επιβίωσή τους.

Θεωρία

Όπως μας μεταφέρει ο Θουκυδίδης διά στόματος των Αθηναίων, απευθυνόμενων προς τους Σπαρτιάτες πριν από την έναρξη του Πελοποννησιακού Πολέμου: «Αναπτύξαμε, από την ανάγκη των πραγμάτων, την ηγεμονία μας στο σημείο που βρίσκεται σήμερα, στην αρχή από φόβο, έπειτα για την τιμή και αργότερα για το συμφέρον μας». Καταλυτικός όμως αιώνας ως προς στην μελέτη, θεωρητικοποίηση και κατανόηση του εθνικού συμφέροντος, υπήρξε ο 20ος. Ο ιστορικός Edward H. Carr, γράφοντας παραμονές του Β” Παγκοσμίου Πολέμου σε μια εποχή κατά την οποία έννοιες όπως το εθνικό συμφέρον, αλλά και η σημασία της διακρατικής ισορροπίας ισχύος για την παγκόσμια ειρήνη είχαν παραμερισθεί, υποστηρίζει: «Η ουτοπική υπόθεση ότι υπάρχει ένα παγκόσμιο συμφέρον στην ειρήνη, το οποίο ταυτίζεται με το συμφέρον κάθε έθνους ξεχωριστά, βοήθησε τους πολιτικούς και τους πολιτικούς συγγραφείς παντού να παρακάμψουν το δυσάρεστο γεγονός της ουσιαστικής διάστασης των συμφερόντων που υπάρχει μεταξύ εθνών που επιθυμούν να διατηρήσουν το status quo και εκείνων που επιθυμούν να το αλλάξουν». Αλλά και στις μέρες μας, σε μια εποχή παγκοσμιοποίησης, αλληλεξάρτησης των οικονομιών και αλληλεπίδρασης των πολιτισμών, ο διεθνολόγος Robert Gilpin υποστηρίζει ότι το εθνικό συμφέρον εξακολουθεί να είναι ο οδηγός δράσης στα πλαίσια ενός εθνικά κατακερματισμένου διεθνούς συστήματος. Ούτε και τα εγχειρήματα περιφερειακής ολοκλήρωσης, όπως αυτό της ΕΕ, δεν ξεφεύγουν από την λογική των διακριτών συμφερόντων: «Στην πραγματικότητα ο περιφερεισμός μάλλον ενσωματώνει τις εθνικές ανησυχίες και φιλοδοξίες παρά προσφέρει μια εναλλακτική λύση απέναντι στο κρατοκεντρικό διεθνές σύστημα».

Εθνικό συμφέρον, ασφάλεια και πολιτισμική διάσταση

Όπως έχουμε ήδη αναφέρει, η επιβίωση συνιστά το υπέρτατο εθνικό συμφέρον. Εντός των κρατών υπάρχει συμφωνία για το ότι πρέπει ως οντότητες να επιβιώνουν, για αυτό και αναλαμβάνονται διαρκώς πρωτοβουλίες για την ασφάλειά τους. Η συμφωνία αυτή απορρέει από κοινές παραδοχές των ατόμων (ή τουλάχιστον μιας σημαντικής πλειοψηφίας τους) που ζουν σε αυτά. Εκεί που παρατηρούνται εσωτερικές διαφοροποιήσεις μεταξύ ατόμων και ιδεών είναι ως προς τις μεθόδους και τα μέσα με τα οποία θα επιτευχθούν τα πιο πάνω.

Πέραν όμως του ζητήματος της ασφάλειας, ενδιαφέρον παρουσιάζει και η πολιτισμική διάσταση. Από τον 19ο αιώνα και κυρίως από το τέλος του Α” Παγκοσμίου Πολέμου και εντεύθεν, το έθνος-κράτος είναι η κυρίαρχη μορφή διεθνούς και εσωτερικής οργάνωσης στην Ευρώπη: Η ταύτιση του κρατικού, δηλαδή του οργανωτικού, με το εθνικό, δηλαδή το πολιτισμικό. Δεν είναι βέβαια όλα τα κράτη εθνικώς αμιγή. Άλλωστε το δικαίωμα της πολιτισμικής διαφοροποίησης σε σχέση με την κρατική ταυτότητα αποτελεί μία από τις σημαντικότερες κατακτήσεις του λεγόμενου δυτικού πολιτισμού, κυρίως στην μετά τον Β” Παγκόσμιο Πόλεμο εποχή. Εκείνο όμως που είναι απαραίτητο για να μπορεί μια πολιτική οντότητα ή ένα σύνολο ατόμων να συγκροτηθεί σε κράτος είναι κοινά συμφέροντα σε σχέση με την ασφάλεια και την επιβίωσή τους. Όταν τα τελευταία δεν είναι κοινά ή, πόσο μάλλον, όταν είναι αντικρουόμενα, η υπό δημιουργία κρατική οντότητα δεν μπορεί να είναι βιώσιμη.

Ε/Κ και Τ/Κ: Κοινά, ή αποκλίνοντα συμφέροντα;

Στην περίπτωση της Κύπρου το πρόβλημα πηγάζει ακριβώς από αυτή την αδυναμία: Από την έλλειψη κοινού παρονομαστή ως προς το ζήτημα της ασφάλειας. Λείπει δηλαδή το στοιχείο του ενιαίου και αδιαμφισβήτητου κοινού ζωτικού συμφέροντος της ασφάλειας και της επιβίωσης. Αλλιώς αντιλαμβάνονται την ασφάλειά τους οι Ελληνοκύπριοι, αλλοιώς οι Τουρκοκύπριοι. Και δεν πρόκειται για μια απλή διαφωνία ως προς τα μέσα επίτευξης ενός κοινού σκοπού, αλλά ως προς τον ίδιο τον σκοπό. Ο πλέον αστάθμητος παράγοντας σε αυτή την προβληματική σχέση είναι φυσικά η Τουρκία: Από τη μια, οι Ε/Κ έχουν επανειλημμένα εκδηλώσει την προθυμία τους να συνεργαστούν με τους Τ/Κ για την οικοδόμηση ενός κοινού κράτους (προβαίνοντας σε οδυνηρές και, ενίοτε, καταστροφικές υποχωρήσεις). Από την άλλη, η Τουρκία και οι Τ/Κ εμμένουν στην επιλογή της ισχυρής τουρκικής παρουσίας μέσω στρατού και εγγυήσεων, αλλά και στην διατήρηση ισχυρού πολιτικού ερείσματος της Τουρκίας στα της Κύπρου, απαίτηση επί της οποίας δύσκολα μπορεί να βρεθεί μια λειτουργική χρυσή τομή. Η τουρκική στρατιωτική παρουσία στην Κύπρο και οι εγγυήσεις με δικαίωμα επέμβασης, σε συνδυασμό με την από το 1974 εμπράκτως επιβεβαιωμένη αξιοπιστία της τουρκικής απειλής, ακυρώνουν εκ των προτέρων κάθε προσπάθεια δημιουργίας μιας κοινώς αποδεκτής πλατφόρμας ως προς τα πλέον ζωτικά συμφέροντα: Την ασφάλεια και την επιβίωση. Όσο η Τουρκία εμμένει στην ηγεμονική αυτή λογική, το κυπριακό μπορεί να διευθετηθεί μόνο κατόπιν υποχωρήσεων επί του ζωτικού συμφέροντος της επιβίωσής των ελληνοκυπρίων, φυσικής και συλλογικής.

Για την υπέρβαση της πιο πάνω δυσκολίας, συγκεκριμένες θεωρητικές και πολιτικές προσεγ-γίσεις προτείνουν την οικοδόμηση μιας νέας κυπριακής ταυτότητας. Δηλαδή η ομογενοποίηση των περί ασφάλειας αντιλήψεων και συμφερόντων να επιτευχθεί μέσω της απομάκρυνσης των Κυπρίων από τις «μητέρες πατρίδες», κυρίως σε ό,τι αφορά στα της παιδείας (ενδεικτικά βλέπε http://www.paideia.org.cy, «Έκθεση Επιτροπής για την Εκπαιδευτική Μεταρρύθμιση», κεφάλαιο 5, σελ. 95). Η κατασκευή όμως μιας πολιτισμικής ταυτότητας δεν μπορεί να είναι αποτέλεσμα μιας πολιτικής απόφασης, ούτε μιας τεχνοκρατικής διαδικασίας. Προκύπτει ως συνέπεια κοινωνικών διεργασιών αιώνων και η ύπαρξή της σε δεδομένη μορφή και με δεδομένο περιεχόμενο εξυπηρετεί τον διαχρονικό σκοπό της φυσικής επιβίωσης μιας δεδομένης συλλογικότητας. Όπως αναφέρει ο Παναγιώτης Κονδύλης: «Είναι πρακτικά αδιάφορο αν το αίσθημα της ταυτότητας εδράζεται ή όχι σε μια πλασματική κατασκευή. Ακόμα κι αν συμβαίνει το πρώτο, καθοριστική σημασία έχει το ότι η επιδίωξη της αυτοσυντήρησης χρειάζεται μια τέτοια πλασματική κατασκευή». Επιπλέον, δεν είναι δυνατό να επικαλεστούμε την όποια αγαθή πρόθεση ανασκευής της, διότι είναι βέβαιο ότι σε αυτήν θα παρεισφρύσουν αλλότρια κίνητρα, κριτήρια και συμφέροντα και το τελικό παράγωγο θα εξυπηρετεί μετά βεβαιότητος κάποιον «ισχυρό».

Ποιες λοιπόν οι προοπτικές επιτυχούς κατάληξης της τρέχουσας πρωτοβουλίας για την επίλυση του κυπριακού, αν λάβουμε υπόψη τις πιο πάνω παραδοχές; Ο διάλογος ως τέτοιος φυσικά και είναι απαραίτητος για την επίλυση προβλημάτων. Ο διάλογος όμως δεν μπορεί να είναι ο αυτοσκοπός. Αυτοσκοπός πρέπει να είναι η λύση του κυπριακού. Όχι όμως χάριν της λύσης, αλλά χάριν της επίρρωσης αρχών: Ανθρώπινα δικαιώματα, βασικές ελευθερίες, ασφάλεια. Όσο όμως απουσιάζει το στοιχείο του κοινού κυπριακού συμφέροντος, λύση χωρίς την υποβάθμιση των θεμελιωδών επιδιώξεων της μίας εκ των δύο πλευρών δεν είναι δυνατό να επιτευχθεί. Εάν το σύνθημα «λύση από τους Κύπριους για τους Κύπριους» εμπερικλείει την ανιδιοτελή φιλοδοξία για μια δίκαιη διευθέτηση, χωρίς σκιές ως προς τις πιο πάνω αρχές, τότε η επιλογή είναι δεδομένη: Μία ολοκληρωμένη στρατηγική εκμετάλλευσης όλων των διατιθέμενων πολιτικών και διπλωματικών μέσων, με σκοπό την άσκηση πιέσεων επί της Τουρκίας και με τελικό ζητούμενο την αποτελεσματική αύξηση του κόστους συνέχισης των ηγεμονικών της αξιώσεων στην Κύπρο.

Περιοδικό Σύγχρονη Άποψη, Ιανουάριος 2009

Σχόλια

Σχόλια