Μια μικρή πόλη στη Νορβηγία έχει επενδύσει τεράστια ποσά για τη δημιουργία δημόσιων ιαματικών λουτρών, ένα έργο στο οποίο επικεφαλής είναι ο γιατρός Στόκμαν και ο αδελφός του, δήμαρχος της πόλης. Τα νέα λουτρά αναμένεται να οδηγήσουν σε αύξηση του πληθυσμού και σημαντικά έσοδα για την πόλη. Ο γιατρός Στόκμαν όμως ανακαλύπτει ότι τα λουτρά έχουν μολυνθεί από απόβλητα και κατά συνέπεια, αντί να θεραπεύουν, προξενούν περαιτέρω ασθένεια στους τουρίστες. Ο Στόκμαν εισηγείται προς τον αδελφό του τον Δήμαρχο, μια πολυδάπανη λύση για επίλυση του προβλήματος, αλλά προς έκπληξή του, ο αδελφός του θεωρεί πως για το καλό της κοινότητας τα ιατρικά του πορίσματα θα πρέπει να αποσιωπηθούν. Ο γιατρός συγκαλεί άμεσα συμβούλιο με σκοπό να πείσει τους πολίτες ότι τα λουτρά θα πρέπει να κλείσουν, αλλά αυτοί αναμένοντας σημαντικά οικονομικά οφέλη αρνούνται να αποδεχθούν τις εισηγήσεις του. Τελικά οι κάτοικοι της πόλης κηρύττουν μαζικά τον Στόκμαν ως εχθρό του λαού και τον καλούν να υπακούσει στην πλειοψηφία.

Η πιο πάνω σύνοψη του θεατρικού έργου του Ίψεν «ο Εχθρός του Λαού» αποδίδει με χαρακτηριστικό τρόπο το πρώτιστο πρόβλημα που έχει να αντιμετωπίσει ένα δημοκρατικό πολίτευμα. Ποιος μπορεί να διασφαλίσει ότι η πλειοψηφία έχει απαραίτητα δίκαιο; Ο Στόκμαν έλεγε την αλήθεια: τα ιαματικά λουτρά ήταν επιβλαβή για την δημόσια υγεία. Η πλειοψηφία όμως, ψηφίζοντας με δημοκρατικό τρόπο, απέρριψε τις εισηγήσεις του. Η τήρηση της δημοκρατικής διαδικασίας επομένως δεν διασφαλίζει απαραίτητα την ορθότητα της απόφασης και για τον λόγο αυτό μια στενά νοούμενη διαδικαστική δημοκρατία μπορεί να αποβεί περισσότερο αντιδημοκρατική από άλλα πολιτεύματα. Δεν είναι κατά συνέπεια ανεξήγητο ότι ο Αριστοτέλης αντιμετωπίζει μάλλον αρνητικά την ιδέα της δημοκρατίας και ότι αυτή επικράτησε ως πολίτευμα σχετικά πρόσφατα, ενώ μέχρι τον 19ο αιώνα αντιμετωπιζόταν ως ένας θεσμός που έτεινε προς την αστάθεια και την ανευθυνότητα.

Το γεγονός ότι η δημοκρατική διαδικασία δεν εγγυάται και την ορθότητα ενός αποτελέσματος, σημαίνει ότι μια δημοκρατία για να μπορεί να θεωρηθεί ως δημοκρατική θα πρέπει να υπερβαίνει την διαδικασία και να προχωρεί στην ουσία. Αν η πλειοψηφία των πολιτών επιλέξει, ασκώντας το δημοκρατικό δικαίωμα της ψήφου, να αποστερήσει την μειοψηφία του εκλογικού σώματος από το δικαίωμα ψήφου, όπως για παράδειγμα, αν η μειοψηφία αυτή είναι γυναίκες ή έγχρωμοι, τούτο δεν καθιστά την απόφαση δημοκρατική, ακόμα και αν αυτή λήφθηκε τυπικά με δημοκρατικές διαδικασίες. Και αυτό διότι η ουσία της κατά τα άλλα δημοκρατικά ληφθείσας απόφασης προσβάλλει βάναυσα την έννοια της δημοκρατίας, όπως αυτή έχει διαμορφωθεί στη σύγχρονη εποχή.

Το πρώτο επομένως σημείο του προβληματισμού είναι ότι η δημοκρατία ούτε ταυτίζεται, αλλά ούτε και περιορίζεται, στην κυριαρχία της πλειοψηφίας. Αντίθετα η δημοκρατία ως θεσμός αποσκοπεί πρωτίστως στην προστασία της μειοψηφούσας άποψης από την αυθαιρεσία της πλειοψηφίας. Η συλλογιστική πίσω από την ιδέα της φιλελεύθερης δημοκρατίας είναι σχετικά απλή: καμιά άποψη περί «αγαθού βίου» δεν ενέχει απαραίτητα περισσότερη αξία από μια άλλη. Και είναι για τον λόγο αυτό που σε μια φιλελεύθερη δημοκρατία, το κράτος δεν μπορεί να επιβάλλει στους πολίτες του τρόπο ζωής ή πεποιθήσεις, θρησκευτικές, φιλοσοφικές, σεξουαλικές ή και άλλες. Από την άλλη όμως η πιο πάνω συλλογιστική δεν σημαίνει ότι το κράτος δεν δύναται ποτέ να προωθεί την άποψη περί αγαθού βίου στην οποία πιστεύει η πλειοψηφία των πολιτών του, ούτε και ότι όλες οι απόψεις περί βίου έχουν την ίδια αξία. Διαφορετική αντιμετώπιση θα συνεπαγόταν την εξίσωση της άποψης περί αγαθού βίου ενός βιαστή ή ενός σαδιστή, με αυτή των θυμάτων τους.

Η πραγματική σημασία επομένως της συλλογιστικής μιας φιλελεύθερης δημοκρατίας είναι ότι καμιά άποψη περί αγαθού βίου δεν πρέπει να αντιμετωπίζεται δυσμενώς σε σύγκριση με μια άλλη, παρά μόνο αν υπάρχει μια έλλογη αιτιολογία για την διαφοροποίηση και αν οι όποιοι περιορισμοί είναι ανάλογοι προς μια παρόμοια αιτιολογία. Η δημοκρατία στηρίζεται στην αρχή του κράτους δικαίου, της προστασίας των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και της επίτευξης της ορθής αναλογίας μεταξύ ελευθερίας και ισότητας. Τα πιο πάνω όμως δεν επαρκούν για να διασφαλίσουν την ορθή ερμηνεία των αρχών. Έλλογα όντα μπορεί να διαφωνήσουν ως προς το μέτρο της αναλογικότητας ή ως προς τα όρια ελευθερίας και ισότητας. Αυτό που συχνά επιπόλαια κατακρίνεται, δηλαδή η διαφωνία των νομικών και των δικαστών ως προς την ερμηνεία των αρχών που καθορίζεται στους νόμους, συνιστά σε τελική ανάλυση την πεμπτουσία της δημοκρατίας. Όπως στην επιστήμη, έτσι και στη δημοκρατία, δεν υπάρχει a priori ορθότητα: υπάρχει μόνο σύγκρουση αντιμαχόμενων ιδεολογικών συστημάτων η οποία καθορίζει και την εκάστοτε αλήθεια.

Η συζήτηση επομένως περί του αληθινού νοήματος της δημοκρατίας δεν είναι ποτέ απλή, όσο απλά και αν φαντάζουν τα επιχειρήματα. Η ελευθερία της έκφρασης και γενικά τα ανθρώπινα δικαιώματα αποτελούν μια σχετικά σύγχρονη κατάκτηση του πολιτισμού. Διότι αρχή της σύγχρονης δημοκρατίας αποτέλεσε ότι ‘οι πιθανότητες της αλήθειας να έλθει στο φως, αυξάνονται με την ελευθερία και μειώνονται με την καταπίεση’. Παρά τις αισιόδοξες προβλέψεις όμως, καμιά απολύτως εγγύηση δεν υπάρχει ότι η ελευθερία θα διασφαλίσει το θρίαμβο ‘του ωραίου και του αληθινού’. Το δικαίωμα ελευθερίας της έκφρασης, αν και αναπτύχθηκε στις σύγχρονες δημοκρατίες ως τρόπος προστασίας του Τζόις, του Καζαντζάκη και των διανοούμενων αστών, σήμερα προστατεύει πρώτιστα τους κοινωνικά περιθωριοποιημένους και όχι τις ‘παρεξηγημένες μεγαλοφυίες’. Προστατεύει όμως πάντα αυτούς που η πλειοψηφία της εκάστοτε κοινωνίας κρίνει ως επικίνδυνους για τη συνοχή της, όπως τους πορνογράφους. Το γεγονός αυτό οδήγησε πληθώρα φιλελεύθερων να διερωτηθούν ‘κατά πόσο ο φίλος της Δημοκρατίας επιθυμεί πραγματικά να ζει σε ένα κόσμο στον οποίο δεν υπάρχει διαφορά μεταξύ ενός αριστουργήματος και ενός σκουπιδιού;’.

Απαντήσεις στα ερωτήματα καλούνται να προσφέρουν σε πρώτο επίπεδο οι νομοθέτες. Η λαϊκή βούληση όμως, την οποία εκπροσωπούν οι αντιπρόσωποι του λαού είναι πλασματική. Εξετάζοντας τις καταβολές της πρώτης σύγχρονης δημοκρατίας, δηλαδή αυτής των ΗΠΑ, ο οικονομολόγος Charles Beard είχε διατυπώσει τη θέση ότι οι πατέρες του αμερικανικού συντάγματος είχαν καθορίσει τις περιοχές και τις δομές της νεοσύστατης ομοσπονδίας, κατά τρόπο ώστε να αυξηθεί η τιμή της ακίνητης ιδιοκτησίας τους. Ανεξάρτητα από την ορθότητα της θέσης του Beard, γεγονός είναι πως το ίδιο το σύστημα της εκλογής αντιπροσώπων σε μια σύγχρονη δημοκρατία ευνοεί συχνά την ανάπτυξη πελατειακών σχέσεων με τους εκάστοτε ψηφοφόρους ενός αξιωματούχου που βούλεται να επανεκλεγεί; Ακόμα πιο προβληματικό είναι ότι η διαρκής ενίσχυση των κομματικών δομών έχει σε μεγάλο βαθμό υποβαθμίσει την ανάπτυξη της εσωκομματικής δημοκρατίας, δηλαδή την δυνατότητα ενός νομοθέτη να διαφωνήσει με την κρατούσα άποψη του κόμματός του, με σκοπό να προωθήσει τα καλώς νοούμενα συμφέροντα του λαού.

Ο πολίτης καλείται επομένως να ψηφίσει μια φορά κάθε τέσσερα ή πέντε χρόνια τους αντιπροσώπους του, χωρίς συνήθως να γνωρίζει επαρκώς το πρόγραμμα τους και παρέχοντάς τους λευκή επιταγή για τον χειρισμό των προβλημάτων του. Εδώ προκύπτει ακόμα ένα πρόβλημα πρακτικής εφαρμογής των δημοκρατικών πολιτευμάτων: τόσο το εκλογικό σώμα, όσο και οι εκλεγμένοι αντιπρόσωποι, δεν ταυτίζονται με τα ιδεατά σχήματα των εγχειριδίων πολιτικής επιστήμης ή συνταγματικού δικαίου. Η ύπαρξη μιας καπιταλιστικής κοινωνίας και η συνεπακόλουθη άνιση κατανομή του πλούτου, οδηγεί εκ των πραγμάτων στην ανισότητα του εκλογικού σώματος και των υποψηφίων, ανεξάρτητα αν ως θεωρητικό μοντέλο όλοι οι ψήφοι είναι ισάξιοι.

Τα πιο πάνω οδηγούν στην αδιαφορία και την αποχή των πολιτών. Η κλασική αντιπροσωπευτική κοινοβουλευτική δημοκρατία, αντιμέτωπη με την επικράτηση ολιγοπωλίων μέσα από υπερεθνικές οικονομικές οντότητες και την ραγδαία τεχνολογική ανάπτυξη και συσσώρευση πληροφορίας, δεν μπορεί πλέον από μόνη της να διασφαλίσει την ουσιαστική συμμετοχή των πολιτών στην άσκηση της εξουσίας. Προβάλλεται έντονα το αίτημα για μια συμμετοχική δημοκρατία, δηλαδή για ένα ‘πολιτικό σύστημα με περισσότερη συμμετοχή’, το οποίο θα επιτρέψει την αμεσότερη συμμετοχή του λαού στη διαδικασία λήψης αποφάσεων, μέσα από την συμμετοχή της κοινωνίας των πολιτών. Αρκεί μια παρόμοια συμμετοχή να μην συνιστά στην ουσία της ψευδεπίγραφη χρηματοδότηση κομματικών παραφυάδων ή ακόμα χειρότερα, τεχνοκρατικών αντιλήψεων περί δημοκρατίας στην απουσία του λαού.

Η παράδοση της πολιτικής εξουσίας στα χέρια των γραφειοκρατών είναι πιο επικίνδυνη, ακόμα και από το υφιστάμενο μοντέλο διακυβέρνησης. Προβληματική είναι επομένως οποιαδήποτε προσπάθεια για εγκαθίδρυση δημοκρατίας των δικαστών, σε μια προσπάθεια αναγωγής όλων των πολιτικών προβλημάτων σε νομικά. Η πολιτική υπόσταση υπερβαίνει τη νομική και αυτό δεν μπορεί να λησμονείται. Το γεγονός ότι μια πολιτική πράξη δεν απαγορεύεται νομικά ή και δεν μπορεί να αποδειχθεί νομικά, δεν συνιστά και έμμεση παραδοχή ότι αυτή είναι πολιτικά ορθή ή επιτρεπτή.

Ακόμα περισσότερο προβληματικό είναι το δημοκρατικό έλλειμμα ενός θεσμού όπως η Ευρωπαϊκή Ένωση, μιας οντότητας που ολοένα και περισσότερο φαίνεται να ενδιαφέρεται ελάχιστα για τα καθημερινά προβλήματα των πολιτών της και που φαίνεται ανήμπορη να χαράξει αυτόνομη εξωτερική πολιτική σε σχέση με τις ΗΠΑ. Η διαδικασία παραχώρησης κρατικών εξουσιών σε ένα διακρατικό θεσμό, ο οποίος ελέγχεται κατ’ ουσία από οικονομικά συμφέροντα και διοικείται από πολιτικά ανεύθυνους γραφειοκράτες, απέδειξε τις εγγενείς της αδυναμίες κατά τη διενέργεια των δημοψηφισμάτων για μια συνθήκη που υπερφίαλα αποκλήθηκε ως «Σύνταγμα». Κινδυνολογία αναφορικά με το μέλλον της Ένωσης και οργίλες αντιδράσεις, με τις γνωστές κραυγές περί χαμένης ευκαιρίας, και περί καταστροφικού δημοψηφίσματος, συνόδευσαν τις αναλύσεις των αποκαλούμενων ως ευρωπαϊστών, οι οποίοι θεωρούν ότι τα κείμενα που αφορούν στο μέλλον των λαών και των κοινωνιών, χαράζονται σε κάποια γραφεία τεχνοκρατών και ακολούθως πρέπει να εγκρίνονται χωρίς αντιρρήσεις. Αυτό όμως δεν είναι δημοκρατία, αλλά απλώς μέθοδος αποφυγής των προβλημάτων και χτίσιμο πολιτειακών οικοδομών χωρίς θεμέλια που μια μέρα θα καταρρεύσουν και θα μας καταπλακώσουν. Η Ευρωπαϊκή Ένωση καλείται να επαναφέρει τον πολίτη στο προσκήνιο της πολιτικής, κάτι το οποίο δεν διευκολύνει η αλαζονική στάση απέναντι στους λαούς της Ευρώπης, μιας Ένωσης που αποφεύγει την συμμετοχική δημοκρατία και θεωρεί εκ των προτέρων ως εσφαλμένη οποιαδήποτε λαϊκή άρνηση των βουλήσεων των τεχνοκρατών των Βρυξελλών.

Ας φανταστούμε ένα πιόνι να στέκει ακίνητο στο τετράγωνο της σκακιέρας, χωρίς οποιοσδήποτε να έχει σκεφτεί να το κινήσει, καθώς η μάχη μαίνεται γύρω του. Και το πιόνι να συλλογίζεται πως δεν γνωρίζει αν ο βασιλιάς για τον οποίο πρόκειται να πεθάνει έχει πλέον χαθεί ή αν είναι ακόμα ζωντανός. Το τέλος της Δημοκρατίας έρχεται όταν οι άνθρωποι αντιμετωπίζονται ως πιόνια σε μια σκακιέρα, που απλώς περιμένουν το τέλος τους ακίνητα, καθώς οι κανόνες του παιχνιδιού εξυπηρετούν μόνο τους παίκτες. Τα γεγονότα όμως, όπως και η δημοκρατία, παραμένουν άνευ νοήματος, αν δεν ερμηνευθούν μέσα από την ανάγκη των πιονιών για να δημιουργήσουν.

Η τεχνοκρατική αντίληψη της δημοκρατίας οδηγεί συχνά στην παρανόηση ότι η δημοκρατία μπορεί να τύχει θεσμικού σχεδιασμού. Χαρακτηριστική υπήρξε η θεωρία του Χάντιγκτον και των απογόνων του, οι οποίοι προσπάθησαν να αντιμετωπίσουν τον σχεδιασμό της δημοκρατίας ως συνταγές μαγειρικής για εύκολη κατανάλωση. Οι πολιτικοί θεσμοί ως όρος εμπεριέχουν όμως το στοιχείο της οργανικής γένεσης και εξέλιξης, μέσα από τις πραγματικές πολιτικοκοινωνικές συνθήκες ενός κράτους. Οι προσπάθειες σχεδιασμού ‘δημοκρατίας’ και ‘πολιτικών θεσμών’ ως θεσμικών μοντέλων αποτελούν ένα εξαιρετικά δυσχερές πείραμα, το οποίο προϋποθέτει λεπτομερή επεξεργασία των ιστορικών, κοινωνικών, πολιτικών και πολιτιστικών δεδομένων και κυρίως, το οποίο πρέπει να προσφέρει αίσθημα ασφάλειας και δικαίου στους πολίτες που καλούνται να το θέσουν σε λειτουργία. Οποιοδήποτε πείραμα είναι βασισμένο σε ενδογενείς αδικίες ή σε εξωγενείς παράγοντες, όπως συμφέροντα τρίτων κρατών τα οποία συμμετέχουν στο σχεδιασμό, είναι καταδικασμένο σε αποτυχία.

Ακόμα πιο σημαντικός είναι ο τρόπος αντιμετώπισης των αρνητών της δημοκρατίας. Εντός της παραμέτρου αυτής εντάσσεται και μια από τις σημαντικότερες αποτυχίες της Αθηναϊκής δημοκρατίας, δηλαδή η καταδίκη του Σωκράτη. Ο Σωκράτης καταδικάστηκε, όχι βέβαια για όσα καθόλου πειστικά αναφέρει στην Απολογία του περί των κωμωδιών του Αριστοφάνη που τον παρουσίαζαν με ανακριβή τρόπο ή για τις θρησκευτικές του πεποιθήσεις, αλλά για ένα απλούστατο λόγο: τις πολιτικές του ιδέες που βρίσκονταν σε αντίθεση προς το σύστημα δημοκρατίας της Αθήνας, σε μια εποχή κατά την οποία το αθηναϊκό μοντέλο, κλυδωνιζόμενο από την ήττα στον Πελοποννησιακό πόλεμο και την επιβολή δικτατορίας, αποφάσισε να στείλει ένα σαφές μήνυμα στους αρνητές του μέσα από την καταδίκη του Σωκράτη. Η δημοκρατία όμως κρίνεται στην ανοχή των αρνητών της. Στον τομέα αυτό η σύγχρονη δημοκρατία, όπως και η Αθηναϊκή, δεν υπήρξε ιδιαίτερα επιτυχημένη. Από την απαγόρευση των κομμουνιστικών κομμάτων, μέχρι και την ποινικοποίηση της άρνησης του ολοκαυτώματος ή πιο πρόσφατα της αρμενικής γενοκτονίας, η δημοκρατία στέκεται αμείλικτη απέναντι στους αρνητές της, αναγνωρίζοντας τις εγγενείς της αδυναμίες ως πολίτευμα.

Οι δυτικές δημοκρατίες προχώρησαν επανειλημμένα στην ψήφιση νομοθεσιών και στην επιβολή αντιτρομοκρατικών μέτρων, τα οποία στην πραγματικότητα δεν στοχεύουν στην αντιμετώπιση της τρομοκρατίας, αλλά στον περιορισμό της προσωπικής ελευθερίας των πολιτών τους μέσα από την δήθεν επίκληση του κινδύνου της τρομοκρατίας. Οι τρομοκράτες έχουν κατορθώσει να επιτύχουν το στόχο τους για αμφισβήτηση των αξιών του δυτικού πολιτισμού, όχι μέσα από τα τρομοκρατικά κτυπήματα, αλλά κυρίως μέσα από τις δυσανάλογες αντιδράσεις προς τα κτυπήματα αυτά, τόσο με την ψήφιση αντιτρομοκρατικών νόμων που περιορίζουν τα ανθρώπινα δικαιώματα στο εσωτερικό των δυτικών κρατών, όσο και μέσα από την παραβίαση των θεμελιωδών κανόνων του διεθνούς δικαίου κατά την αμερικανική επίθεση στο Ιράκ και την κατάρρευση οποιασδήποτε έννοιας δημοκρατικών κανόνων στο Γκουαντάναμο.

Το μεγάλο παράδοξο της δημοκρατίας είναι επομένως ότι αυτή καλείται να προωθήσει την δημοκρατική ιδέα, περιλαμβανομένης της προστασίας της ελευθερίας του λόγου, της έκφρασης, της πολιτικής και κοινωνικής δραστηριοποίησης, η οποία καλύπτει και τους αρνητές της δημοκρατίας. Μέχρι ποιου σημείου όμως μπορούν να γίνουν ανεχτοί οι αρνητές της δημοκρατίας, χωρίς αυτή να απειλείται σε κατάρρευση; Και μέχρι ποιου σημείου μπορεί η δημοκρατία να καταπιέζει ή και να απωθεί τους αρνητές της, χωρίς ταυτόχρονα να χάνει τον δημοκρατικό της χαρακτήρα; Η αναζήτηση των ορίων δεν είναι καθόλου απλή υπόθεση. Από την αναζήτηση όμως των ορίων αυτών κρίνεται εν πολλοίς και η δυνατότητα της δημοκρατίας να βελτιώνεται ως πολίτευμα. Βελτίωση που επέρχεται μόνο μέσα από την αναγνώριση της συνεισφοράς του Σωκράτη και της Αντιγόνης, η οποία θάβει τον αδελφό της αψηφώντας τους θετούς νόμους της πόλης και καθίσταται η πρώτη τρομοκράτης της ιστορίας. Μιας ιστορίας που αρνείται πεισματικά να τελειώσει και δοξάζει τους αντιρρησίες του τέλους της, καθώς η σκέψη υποκλίνεται στον άνθρωπο.

Συναφές είναι και το θέμα του τρόπου αντιμετώπισης των προστατευόμενων πολιτισμών. Όπως λέχθηκε και πιο πάνω, σκοπός της δημοκρατίας είναι η προστασία των μειοψηφουσών απόψεων από την αυθαιρεσία της πλειοψηφίας. Οι ‘προστατευόμενοι’ πολιτισμοί όμως δεν αποτελούν απαραίτητα υποστηρικτές της πολυπολιτισμικής κοινωνίας. Οι Άμις, όπως και πολλοί άλλοι ‘προστατευόμενοι’ πολιτισμοί, δεν θα ήθελαν ποτέ να επιτρέψουν στα παιδιά τους να ζήσουν σε μια πολυπολιτιστική κοινωνία, ενώ οι Ισλαμιστές αντιδρούν ιδιαίτερα έντονα εναντίον θεμελιωδών αξιών του δυτικού πολιτισμού. Δεν αποτελεί επομένως αξίωμα ότι η ανάπτυξη του πολυπολιτισμού και της δημοκρατίας εμποδίζει το θρησκευτικό φανατισμό ή την προσπάθεια επιβολής πολιτιστικών προτύπων από την κυρίαρχη ομάδα, εφόσον ακόμα και οι προστατευόμενες πολιτιστικές ομάδες επιδιώκουν στη μεγάλη τους πλειοψηφία να επιβάλουν το δικό τους πολιτιστικό πρότυπο στην υπόλοιπη κοινωνία.

Η δημοκρατία επομένως χαρακτηρίζεται από την συνεχή αναζήτηση των ορίων, ξεκινώντας από μια απλή παραδοχή: ακόμα και αν υπάρχει ορθότητα, αυτή μας είναι άγνωστη. Στην πράξη οποιαδήποτε προσπάθεια για συναινετική δημοκρατία με τη μορφή της απόλυτης συναίνεσης ενέχει το στοιχείο του πολιτικού και κοινωνικού συμβιβασμού, ένα στοιχείο καθημερινό εξάλλου στη ζωή κάθε πολίτη, ο οποίος είναι υποχρεωμένος να προβεί κατά τη διάρκεια της ζωής του σε χιλιάδες συμβιβασμών. Η επιδίωξη της συναίνεσης με τη μορφή του συμβιβασμού είναι στην ουσία της μια μέθοδος με την οποία μια κοινωνική ή πολιτική ομάδα προσπαθεί να επιβάλει τις απόψεις της επί των υπολοίπων, θεωρώντας ότι έχει δίκαιο. Το ζήτημα όμως είναι ότι κάθε ομάδα, όπως και κάθε πολίτης μπορεί να θεωρεί ότι έχει δίκαιο. Ο μόνος τρόπος με τον οποίο μπορεί να υπάρξει συγκερασμός απόψεων είναι η σύγκρουση, μια σύγκρουση η οποία αν στηρίζεται στον ορθά δομημένο διάλογο μπορεί να οδηγήσει στη σύνθεση. Η σύνθεση όμως είναι μια έννοια εντελώς διαφορετική από το συμβιβασμό και τη συναίνεση. Ο συμβιβασμός στηρίζεται στις αμοιβαίες παραχωρήσεις, ενώ αντίθετα η σύνθεση εκπηγάζει από την αλληλοκατανόηση και την αναζήτηση του ορθού. Ο βασικός εχθρός της δημοκρατίας της συναίνεσης επομένως είναι η ίδια η κοινωνική ζωή, η οποία συνιστά μια διαρκή σύγκρουση οφειλόμενη στη διαφορετικότητα των προσώπων και των απόψεων.

Δεν είναι τυχαίο ότι τα κορυφαία προβλήματα της φιλοσοφίας, της νομικής και της οικονομίας παραμένουν αντικείμενο συνεχούς διαλόγου εδώ και μερικές χιλιάδες χρόνια. Μπορούν να ακουστούν εξαιρετικά ενδιαφέροντα επιχειρήματα, τόσο υπέρ της αρχαιοελληνικής αντίληψης αναφορικά με την πρωταρχική θέση της κοινωνίας απέναντι στον πολίτη, όσο και αναφορικά με τη σύγχρονη δυτικοευρωπαϊκή θέση αναφορικά με την πρωταρχική θέση του πολίτη έναντι της κοινωνίας. Η συνεχιζόμενη σύγκρουση έχει όμως οδηγήσει σε κάποιες αξίες οι οποίες επικρατούν έναντι κάποιων άλλων σε ένα δεδομένο πολιτισμό. Οι αξίες αυτές δεν είναι ακατάλυτες και επομένως η σύγκρουση για την μεταβολή τους είναι επιθυμητή. Εκείνο που δεν είναι επιθυμητό, αλλά ούτε και ανεκτό, είναι όταν η σύγκρουση μετατρέπεται σε αυτοσκοπό και όχι σε μέσο. Όταν δηλαδή η σύγκρουση παύει να στηρίζεται στο διάλογο και στην επιχειρηματολογία και αγκομαχεί ανάμεσα στους λαλίστατους Κάτωνες της πολιτικής ζωής και στους μειδιάζοντες Αλκιβιάδηδες.

Υπάρχει μια και μόνο διέξοδος και αυτή δεν είναι οι αόριστες συνθηματολογίες για επίτευξη συναίνεσης. Μόνη διέξοδο αποτελεί η απαίτηση ώστε ο κοινωνικός και πολιτικός διάλογος να διεξάγεται με όρους αντιπαράθεσης επιχειρημάτων και ουσιαστικών προτάσεων. Και οι μόνοι οι οποίοι μπορούν να επιβάλουν μια παρόμοια κοινωνική απαίτηση είναι οι πολίτες, οι οποίοι αποτελούν τη βάση της κοινωνίας.  Η δημοκρατία απαιτεί αυτόνομους πολίτες που να σκέπτονται κριτικά και ελεύθερα και να διεκδικούν το δικαίωμα να ακούγεται η φωνή τους επί των ζητημάτων που τους αφορούν. Η ανανέωση επομένως της κοινωνικής ζωής και η επίτευξη ισορροπίας στηρίζεται στην απόρριψη των διπολικών αφορισμών που περιορίζουν τη σκέψη και στην ανάπτυξη μηχανισμών αυτονόμησης των πολιτών και σύνθεσης των συλλογισμών τους.

Όταν ο Ανίβας νίκησε το Ρωμαϊκό στρατό στη μάχη των Καννών, ο διοικητής του ιππικού ο Μαχαρβάλ τον συμβούλευσε να βαδίσουν κατά της Ρώμης. Ο Αννίβας όμως, εξαντλημένος από τις μάχες προτίμησε να περιμένει. Και τότε ο Μαχαρβάλ του είπε: ‘Ξέρεις να νικάς Αννίβα, δεν ξέρεις όμως να επωφελείσαι της νίκης σου’. Στον 21ο αιώνα το μεγαλύτερο πρόβλημα της δημοκρατίας είναι, όσο και αν αυτό φαίνεται παράδοξο, το γεγονός ότι επικράτησε των αντιπάλων της, μετά από αιώνες στους οποίους παρέμενε περιφρονημένη. Όπως και ο Αννίβας όμως, αδυνατεί να εκμεταλλευθεί την επιτυχία της, βυθισμένη στην επικίνδυνη ευφορία που δημιουργεί η αισιοδοξία της επικράτησης. Η δημοκρατία είναι σήμερα, όπως αναφέρει ο Μπρυκνέρ, «μελαγχολική», ακριβώς διότι δεν έχει πλέον όραμα: έχει καταστεί κατεστημένο και κατά συνέπεια το ίδιο ιμπεριαλιστική και ανελαστική, όσο τα πολιτεύματα τα οποία αγωνιζόταν για χρόνια να συντρίψει. Η δημοκρατία έχει πάψει να συγκινεί, διότι πλέον αντιμετωπίζεται ως θεσμός δημιουργούμενος από τα συνταγματικά και τα ευρωπαϊκά δικαστήρια, τους τεχνοκράτες και την Βορειοατλαντική Συμμαχία, αντί να θεωρείται ως παράγωγο της γενιάς του «114», των φοιτητικών κινημάτων ή των αντιαποικιακών αγώνων. Από τη στιγμή όμως που η δημοκρατία καθίσταται ακατάλυτο θρησκευτικό δόγμα, ανήμπορο να αξιοποιήσει την επιτυχία της, τότε , όπως και στην περίπτωση του Αννίβα, παραμονεύει η Καρχηδόνα.

Με τον τρόπο αυτό η δημοκρατία κατάντησε αιχμάλωτη των δημοκρατών, ανήμπορη να εμπνεύσει και να αμφισβητήσει τις δομές της. Όπως τους επιστήμονες του Κουν, η δημοκρατία έχει γίνει το παράδειγμα εντός του οποίου κινούμαστε, περιοριζόμενοι σε επίλυση προβλημάτων, χωρίς να προσπαθούμε να επανεξετάσουμε τα θεμέλια στα οποία η μεγαλύτερη επανάσταση όλων των εποχών, δηλαδή η δημοκρατική, στηρίζεται. Η ήττα όμως κάθε Οργουελιανού ήρωα δεν πραγματώνεται με το θάνατο ή τη συντριβή του. Αντιθέτως. Η ήττα επέρχεται, όταν συμφιλιωμένος με την προπαγάνδα, παύει να αγωνίζεται. Όταν μαθαίνει να αγαπά το Μεγάλο Αδελφό και θεωρεί ότι η ιστορία έχει τελειώσει με την επικράτηση της δημοκρατίας δυτικού τύπου, μιας δημοκρατίας που οι ίδιες οι δυτικές δημοκρατίες που την καθιέρωσαν απαρνούνται, υιοθετώντας την φράση σύμβολο: ‘είτε είστε μαζί μας, είτε είστε εναντίον μας’.

Ισχυριζόμενος ότι οι τρομοκράτες κτυπούν τις ΗΠΑ διότι αντιπαθούν ‘την θρησκευτική μας ελευθερία, το δικαίωμα λόγου μας, το δικαίωμά μας να ψηφίζουμε και να συναθροιζόμαστε και να διαφωνούμε ο ένας με τον άλλο’, ο αμερικανός πρόεδρος προχώρησε στην ψήφιση νομοθετημάτων που εκπλήρωσαν αυτό που χαρακτήριζε ως αρχικό στόχο των τρομοκρατών, δηλαδή την στέρηση των θεμελιωδών ατομικών ελευθεριών των πολιτών, σε μια Αμερική που φοβισμένη έβλεπε στον ηγέτη της ένα νέο Φραγκλίνο Ρούσβελτ, έτοιμο να πολεμήσει κατά των Ναζί. Ο Μπους και οι σύμβουλοί του δεν παρέλειπαν να υπενθυμίζουν στους πολίτες ότι ζούμε σε μια εποχή που όμοια της δεν υπήρξε ποτέ προηγουμένως και ενώπιον ενός πρωτοφανούς κινδύνου.

Αλίμονο όμως, τα λόγια του Φραγκλίνου Ρούσβελτ: ‘δεν έχουμε τίποτα να φοβηθούμε, παρά μόνο τον ίδιο το φόβο’, ελάχιστα μπορούσαν να γίνουν κατανοητά από τον Μπους και τους συμβούλους του. Στηριζόμενος στο φόβο των πολιτών του, κατασκευάζοντας αόρατους και τις περισσότερες φορές ανύπαρκτους εχθρούς και ευνοώντας το θρησκευτικό φανατισμό, ο Μπους οδήγησε την Αμερική και τον κόσμο σε ατέλειωτες πολεμικές εκστρατείες στο όνομα της προστασίας από τους τρομοκράτες, σε μια προσπάθεια να μετατρέψει τις ΗΠΑ από υπερδύναμη σε αυτοκρατορία στο όνομα του νέου ιμπεριαλισμού: της σύγχρονης δημοκρατίας.

Ξεκίνησα αυτή την ομιλία με τον Εχθρό του Λαού του Ίψεν και την προσπάθεια του γιατρού Στόκμαν να αποδείξει σε ένα απρόθυμο πλήθος την ορθότητα των απόψεών του. Θα καταλήξω με αναφορά ενός κειμένου από το Ταλμούδ, που αφορά στη διαφωνία των Εβραίων Ραβίνων ως προς την τελετουργική αγνότητα ενός συγκεκριμένου είδους φούρνου. Όταν ο Ραβίνος Ελιεζέρ δεν κατορθώνει να πείσει με λογικά επιχειρήματα τους υπόλοιπους Ραβίνους ως προς τη θέση του, τότε καταφεύγει στα θαύματα και λέει: ‘αν αυτά που ισχυρίζομαι είναι αλήθεια, τότε να το αποδείξει το δέντρο’. Και πράγματι το δέντρο ξεριζώνεται και μετακινείται από τη θέση του. Αλλά οι υπόλοιποι Ραβίνοι του απαντούν πως ένα δέντρο δεν μπορεί να ερμηνεύσει τις γραφές, εφόσον αυτό είναι καθήκον των Ραβίνων. Και τότε ο Ελιεζέρ καλεί το ποτάμι να μεταβάλει κατεύθυνση, ώστε να αποδείξει τη θέση του, και πράγματι το νερό ακολουθεί τις εντολές του. Αλλά οι Ραβίνοι παραμένουν αμετάπειστοι και απαντούν πως ένα ποτάμι δεν μπορεί να ερμηνεύσει τις γραφές, διότι αυτό είναι έργο των Ραβίνων. Και τότε ο Ελιεζέρ ζητά από τον ίδιο τον Θεό να παρέμβει στη συζήτηση και πράγματι ο Θεός παρεμβαίνει και μια φωνή ακούγεται από τους ουρανούς που λέει: ‘να μην διαφωνείτε με τον Ραβίνο Ελιεζέρ αφού αυτός λέει την αλήθεια’. Και τότε οι υπόλοιποι Ραβίνοι απαντούν: ‘ο Θεός έδωσε στους ανθρώπους τις γραφές. Η ερμηνεία τους είναι όμως πια έργο της πλειοψηφίας των Ραβίνων και όχι του Θεού’.

Ο μεγαλύτερος κίνδυνος για τη δημοκρατία είναι η υιοθέτηση της λογικής του τέλους της ιστορίας, της μακαριότητας του χορτασμένου κτήνους που θεωρεί ότι ανακάλυψε το άριστο των πολιτευμάτων. Δεν υπάρχει όμως μια δημοκρατία, όπως δεν υπάρχει και μια θεωρία δημοκρατίας και κατά συνέπεια η δημοκρατία δεν αξίζει άνευ άλλων προϋποθέσεων τον τίτλο του καλύτερου πολιτεύματος. Αυτός ο τίτλος ανήκει μόνο στην παγιωμένη δημοκρατία που εφαρμόζει το κράτος δικαίου, προστατεύει τα ανθρώπινα δικαιώματα και διασφαλίζει την ευημερία των πολιτών της, μέσα από καθημερινές ιδεολογικές συγκρούσεις και μέσα από την προσπάθεια για εφαρμογή της. Η δημοκρατία πρέπει να τυγχάνει συνεχούς και ανηλεούς κριτικής, σε μια προσπάθεια να βελτιωθεί και να λειτουργήσει κατά τρόπο αποτελεσματικό, διαφορετικά αυτή καθίσταται ψευδεπίγραφή και κίβδηλη, ανήμπορη να δικαιολογήσει τις μεγαλόστομες διακηρύξεις της. Και μόνο τότε, όταν η δημοκρατία ξεφύγει από την ιμπεριαλιστική της ηγεμονία και επιστρέψει στην κριτική θεώρηση της αυτοαμφισβήτησης, θα μπορέσει να ισχυριστεί, όπως και οι Ραβίνοι, ότι και ο Θεός ο ίδιος θα πρέπει να υποκύψει μπροστά της.

Σχόλια

Σχόλια