Πολύ πρόσφατα στις 23/4/2013 η Επιτροπή Νομικών Υποθέσεων του Συμβουλίου της Ευρώπης υιοθέτησε σχέδιο ψηφίσματος, κατόπιν πρότασης του Ευρωπαϊκού Λαϊκού Κόμματος, το οποίο προβλέπει πως οι πολιτικοί θα πρέπει να τυγχάνουν ουσιαστικής προστασίας από ποινικές διώξεις που αφορούν στις πολιτικές τους αποφάσεις, με εξαίρεση αποφάσεις που συνιστούν αδικήματα του κοινού ποινικού δικαίου και αναφέρει πως «οι πολιτικές αποφάσεις θα πρέπει να υπόκεινται σε πολιτική ευθύνη, με τελικούς κριτές τους ψηφοφόρους». Η προσέγγιση αυτή επιχειρεί να περιορίσει την ευθύνη των πολιτικών προσώπων για την άσκηση των καθηκόντων τους σε μια μορφή πολιτικής ευθύνης η οποία ενεργοποιείται αποκλειστικά σε κάθε εκλογική αναμέτρηση και η οποία επαφίεται αόριστα στην ικανότητα του ψηφοφόρου να τιμωρήσει τον πολιτικό, μέσω της καταψήφισής του. Μια παρόμοια ερμηνεία δεν με βρίσκει σύμφωνο.

Μπορούν να προβληθούν διάφορα επιχειρήματα ως υποστηρικτικά της κλασικής άποψης ότι οι πολιτικοί πρέπει να τυγχάνουν αυξημένης προστασίας κατά την άσκηση των καθηκόντων τους σε σχέση με τους υπόλοιπους πολίτες. Το σημαντικότερο επιχείρημα είναι ότι δεν θα πρέπει να ποινικοποιείται η πολιτική ζωή, διότι διαφορετικά δεν θα μπορεί να ασκηθεί με αποφασιστικότητα και τόλμη η πολιτική της Κυβέρνησης και θα αναπτυχθεί η ευθυνοφοβία μπροστά στον φόβο της ποινικής ή αστικής ευθύνης. Θα μπορούσε να αναφερθεί επίσης ο κίνδυνος πολιτικών διώξεων από τη νέα Κυβέρνηση, με χαρακτηριστικό παράδειγμα την περίπτωση της Γιούλια Τιμοσένκο της πρώην Ουκρανης Πρωθυπουργού. Άλλο επιχείρημα είναι πως η αναγνώριση ευθύνης σε πολιτικά πρόσωπα μπορεί να προκαλέσει κοινωνική αναστάτωση, ανεξάρτητα από το αποτέλεσμα, όπως έγινε για παράδειγμα στην περίπτωση της δίκης του πρώην Πρωθυπουργού της Ελλάδας Ανδρέα Παπανδρέου. Προβάλλεται τέλος η άποψη ότι ο λαός με την ψήφο του έδωσε εντολή στον Πρόεδρο και το Υπουργικό Συμβούλιο ή τους βουλευτές να δράσουν κατά συνείδηση και επομένως, εφόσον υπάρχει εκ των προτέρων νομιμοποίηση των πράξεων των πολιτικών από το εκλογικό σώμα, οποιαδήποτε άλλη μορφή αναγνώρισης ευθύνης δεν είναι νοητή.

Στα πιο πάνω επιχειρήματα μπορεί, κατά την άποψή μου, να προβληθεί πειστικότατος αντίλογος. Οι πολιτικοί είναι πλέον επαγγελματίες και όχι ερασιτέχνες. Λαμβάνουν υψηλούς μισθούς για να ασκούν τα δημόσια αξιώματα, είναι κατά κανόνα ενεργοί σε πολιτικά κόμματα και ακόμα και αν ασκούν δεύτερη εργασία (στην περίπτωση των βουλευτών) αναμφίβολα η άσκηση των πολιτικών τους καθηκόντων είναι πρωταρχικής σημασίας. Σε όλους τους επαγγελματικούς κλάδους η πλημμελής άσκηση των καθηκόντων ενός επαγγελματία μπορεί να επιφέρει ευθύνες, οι οποίες βεβαίως απονέμονται με βάση την ισχύουσα νομοθεσία. Αυτό δεν παρεμποδίζει ούτε την καινοτομία, ούτε την λήψη αποφάσεων με αποφασιστικότητα, νοουμένου ότι η πολιτική και αστική ευθύνη καταλογίζεται με το ίδιο μέτρο και τα ίδια κριτήρια ως ενός άλλου επαγγελματία. Δεν βρίσκω πειστική την άποψη ότι ένας γιατρός ή ένας δικηγόρος ή ένα μέλος διοικητικού συμβουλίου εταιρείας πρέπει να φέρουν ευθύνη για τις πράξεις που ασκούν κατά την άσκηση των καθηκόντων τους, περιλαμβανομένων και των πράξεων ή παραλείψεων που οφείλονται σε επαγγελματική αμέλεια, ενώ από την άλλη οι πολιτικοί θα πρέπει να είναι ανεύθυνοι ή περιορισμένης ευθύνης.

Το γνωστό τεστ που καθιερώθηκε με την υπόθεση Bolam καθορίζει ότι η ευθύνη για αμέλεια ενός επαγγελματία κρίνεται με βάση την επιμέλεια που θα έπρεπε να επιδείξει ο συνηθισμένος εύλογος επαγγελματίας του συγκεκριμένου κλάδου. Κριτήριο για το αν υπάρχει ή όχι αμέλεια δεν μπορεί να είναι βέβαια ο εξαιρετικά υψηλού επιπέδου πολιτικός, διότι αυτό θα έθετε τον πήχη υπέρμετρα ψηλά. Θα πρέπει όμως να υπάρχει κριτήριο ευθύνης για αμέλεια σε περίπτωση που ο πολιτικός ενεργεί κατά τρόπο που να προξενεί ζημία μέσω των πράξεων ή παραλείψεων του, οι οποίες κινούνται πολύ πιο κάτω από το επίπεδο που θα ήταν ανεκτό για ένα συνηθισμένο πολιτικό ο οποίος ενεργεί με εύλογο τρόπο. Σε μια εποχή κατά την οποία ο κάθε πολιτικός θεωρεί ότι μπορεί να αναλάβει οποιοδήποτε αξίωμα και να το φέρει σε πέρας, απλώς και μόνο διότι είχε ανατραφεί μέσα σε ένα κομματικό φυτώριο από την εφηβεία του, η ύπαρξη ενός κριτηρίου καταλογισμού ευθυνών παρόμοιου με αυτό που ισχύει σε άλλους επαγγελματικούς κλάδους και η αναγνώριση ευθυνών θα μπορούσε δυνητικά να βελτιώσει το συγκριτικά χαμηλό επίπεδο ή και ικανότητες των προσώπων που ασχολούνται κατ’ επάγγελμα με την πολιτική, εφόσον αυτοί θα γνώριζαν πλέον για τους δυνητικούς κινδύνους που συνδέονται με την ανάληψη δημοσίων αξιωμάτων και την άσκηση πολιτικής, κινδύνους που δεν θα υπερβαίνουν πάντως το επίπεδο που απαιτείται και από τους υπόλοιπους επαγγελματικούς κλάδους.

Οπωσδήποτε η μέθοδος με την οποία ένας πολιτικός αξιωματούχος θα υπόκειται σε ποινική δίωξη ή αστική αγωγή για τις πράξεις ή παραλείψεις του, μπορεί να τύχει αντικείμενο ευρύτερης συζήτησης, ώστε να διασφαλίζεται ότι δεν θα χρησιμοποιούνται τα δικαστήρια για φίμωση πολιτικών αντιπάλων (κατά παρόμοιο τρόπο όπως μπορούν να ασκηθούν απέναντι σε δημοσιογράφους) και ότι δεν θα υπάρξει παρεμπόδιση ενός πολιτικού αξιωματούχου από το να ασκήσει αποτελεσματικά τα καθήκοντα του. Η έκφραση πολιτικών απόψεων δεν μπορεί να ποινικοποιείται, ούτε και να τυγχάνει αντικείμενο αγωγών που αποσκοπούν στον περιορισμό του δικαιώματος λόγου ενός πολιτικού. Από την άλλη όμως η ύπαρξη ασυλίας και η καταχρηστική δυνατότητα αποφυγής των ευθυνών ενός πολιτικού όπου αυτές πράγματι υπάρχουν, οδηγούν αναπόφευκτα σε αυθαιρεσία. Η εξεύρεση ισορροπημένων λύσεων που να διασφαλίζουν την προστασία της πολιτικής άποψης από την μια και να παρέχουν την υποχρέωση λογοδοσίας από την άλλη είναι το ζητούμενο.

Ο πολιτικός όμως θα πρέπει να γνωρίζει ότι λογοδοτεί, να είναι έντιμος και να σέβεται το εκλογικό σώμα, διότι διαφορετικά καθίσταται ανέλεγκτος και αυταρχικός. Η εντολή που δίδει το εκλογικό σώμα δεν δίδεται κατά την άποψή μου εν λευκώ- αντιθέτως δίδεται πάντα με μια υπονοούμενη εντολή ότι ο πολιτικός θα ενεργήσει επιμελώς ώστε να διαχειριστεί με τον καλύτερο δυνατό τρόπο το δημόσιο αξίωμα που του έχει ανατεθεί. Κανένα πολιτικό πρόσωπο δεν εκλέχθηκε με σύνθημα ότι θα καταστρέψει τον λαό ή ότι θα χειροτερέψει τον βίο του. Ο κάθε πολιτικός υπόσχεται ότι θα ενεργήσει με τον καλύτερο δυνατό τρόπο για τα συμφέροντα όχι μόνο του εντολέα του, αλλά και του συνόλου του λαού. Όπως ακριβώς ένας δικηγόρος ή ένας άλλος επαγγελματίας αναλαμβάνει να ενεργήσει με τον καλύτερο δυνατό τρόπο για τα συμφέροντα του προσώπου που τον εμπιστεύεται. Σε περίπτωση επομένως που ο πολιτικός κακοδιαχειρίζεται την εντολή που λαμβάνει, δεν μπορεί να την επικαλείται ως δικαιολογητικό, ούτε και μπορεί να απαλλαγεί των ευθυνών του με αναφορά στο εκλογικό σώμα. Δεν είναι κατά την γνώμη μου νοητό οι ίδιοι οι πολιτικοί να ψηφίζουν διαφορετικό μέτρο προστασίας των ιδίων σε σύγκριση με άλλους επαγγελματίες.

Σημειώνω ότι η κοινωνική αναταραχή είναι προτιμότερη από την ατιμωρησία η οποία ενθαρρύνει την επίδειξη παρόμοιων συμπεριφορών στο μέλλον. Μάλιστα σε πολλές περιπτώσεις η κοινωνική αναταραχή μπορεί να λειτουργήσει καθαρτικά για μια κοινωνία, με κλασικότερη την περίπτωση του σκανδάλου Watergate επί Προεδρίας Νίξον στις ΗΠΑ, στην οποία η ανακάλυψη του σκανδάλου και η τιμωρία (αν και ο ίδιος Νίξον έλαβε χάρη από τον πρώην Αντιπρόεδρο του και διάδοχό του στην Προεδρία Τζέραλντ Φορντ) επέδρασε καθαρτικά για την αμερικανική κοινωνία και επέτρεψε την ανασυγκρότηση του πολιτικού συστήματος. Εφόσον μάλιστα η ποινική ή αστική ευθύνη καταλογίζεται από τα δικαστήρια και μέσω συγκεκριμένων θεσμικών διαδικασιών που σέβονται τα ανθρώπινα δικαιώματα και το κράτος δικαίου, οπωσδήποτε περιορίζεται ο κίνδυνος χρήσης του ποινικού δικαίου ως εκδικητικού πολιτικού μηχανισμού στα δημοκρατικά πολιτεύματα. Είναι χαρακτηριστικό ότι ο Νίξον υποχρεώθηκε να παραδώσει το επίμαχο μαρτυρικό υλικό που αποδείκνυε την ενοχή του και ουσιαστικά να υποβάλει παραίτηση, μετά από απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου των ΗΠΑ η οποία λήφθηκε από ένα δικαστήριο στο οποίο πολλοί από τους δικαστές (περιλαμβανομένου και του Προέδρου του Δικαστηρίου Warren Burger) είχαν διοριστεί από τον ίδιο τον Νίξον.

Επιπρόσθετα προς τις πιο πάνω μορφές ευθύνης, αναγνωρίζεται και μια ξεχωριστή μορφή ευθύνης, η πολιτική ευθύνη. Για να γίνει κατανοητή η αναγκαιότητα ύπαρξης πολιτικής ευθύνης θα πρέπει να έχουμε υπόψη μας αυτό που αναφέρει και ο Mearsheimer στο πρόσφατο βιβλίο του Why Leaders Lie, ότι το ψέμα είναι πιο σύνηθες και φυσιολογικό για τους ηγέτες σε μια δημοκρατία, παρά σε  μια δικτατορία. Ένας ηγεμόνας δεν έχει ανάγκη να πει ψέματα στον λαό του για να εξασφαλίσει την στήριξή του, ενώ αντίθετα οι ηγέτες στις σύγχρονες δημοκρατικές κοινωνίες χρειάζονται να εξασφαλίσουν την στήριξη είτε της κοινής γνώμης, είτε του εκλογικού σώματος και για τον λόγο αυτό ψεύδονται. Δεν είναι τυχαίο που οι σύγχρονοι πολιτικοί διορίζουν στο επιτελείο τους περισσότερους επικοινωνιολόγους και δημοσιογράφους παρά επιστήμονες, διότι η διαχείριση της δημόσιας εικόνας τους είναι σημαντικότερη για αυτούς από την ουσιαστική πολιτική τους παρέμβαση. Επομένως οι πολιτικοί σε μια δημοκρατία λένε συχνά ψέματα και αυτό δεν είναι μόνο εμπειρικά αποδεδειγμένο, αλλά οφείλεται στην ίδια τη φύση του πολιτικού συστήματος.

Ο οικονομολόγος Charles Beard είχε ισχυριστεί πως οι πατέρας του Αμερικανικού Συντάγματος είχαν καθορίσει τις περιοχές και τις δομές της νεοσύστατης ομοσπονδίας κατά τρόπο ώστε να αυξηθεί η τιμή της ακίνητης τους ιδιοκτησίας. Ανεξάρτητα αν κάποιος συμφωνεί με τον Beard, γεγονός παραμένει πως η διαχείριση της δημόσιας εξουσίας συχνά δεν είναι απαλλαγμένη από προσωπικά συμφέροντα. Το εκλογικό σύστημα ενισχύει τις πελατειακές σχέσεις ψηφοφόρου και πολιτικού, ενώ η διαρκής ενίσχυση και ισχυροποίηση των κομματικών δομών περιορίζει την ανάπτυξη εσωκομματικής δημοκρατίας, κατά τρόπο ώστε ο αξιωματούχος να μην τολμά να διαχωρίσει την θέση του από το Κόμμα, διότι γνωρίζει πως αν το πράξει αυτό μπορεί να είναι και το τέλος της πολιτικής του καριέρας. Σταδιακά έχουμε οδηγηθεί στη στρέβλωση ώστε ο κομματικός πατριωτισμός να θεωρείται αρετή και το Κόμμα, αντί για τον λαό να είναι κυρίαρχο.

Μια πολύ πρόσφατη έρευνα της Διεθνούς Διαφάνειας Κύπρου κατέδειξε ότι το 99% των Κυπρίων θεωρούν τα κόμματα ως θεσμό που ευνοεί την διαφθορά, ένα οπωσδήποτε εκπληκτικό ποσοστό που αποκαλύπτει τον χαμηλό βαθμό εμπιστοσύνης του πολίτη προς τους πολιτικούς και την ολοσχερή απαξίωση της πολιτικής ζωής. Το κριτήριο επιλογής των πολιτικών καθίσταται σταδιακά η ικανότητα διεξαγωγής ρουσφετιού, η κομματοκρατία, η αναξιοκρατία και η διαπλοκή, καθώς το πολιτικό σύστημα το ίδιο ευνοεί την σαθρότητα. Υπάρχουν και εξαιρέσεις και θα ήταν λάθος να υπάρξει γενίκευση ή μηδενισμός του συνόλου των πολιτικών, αλλά σταδιακά αυτός είναι ο κανόνας. Καλός πολιτικός θεωρείται αυτός που πάει σε γάμους και βαφτίσια και κάνει ‘‘εξυπηρετήσεις’’ στους ψηφοφόρους του και όχι ο πολιτικός που ενδιαφέρεται για την άσκηση των καθηκόντων του προς το συμφέρον του συνόλου του λαού.

Η αποτελεσματική επομένως προστασία των πολιτών και η εμπιστοσύνη απέναντι στο πολιτικό σύστημα προϋποθέτει υψηλό βαθμό ευθιξίας και αποδοχής ευθυνών, ιδιαίτερα πολιτικών. Το ψέμα στην πολιτική δεν θα πρέπει να θεωρείται ως αδιάφορο, ακόμα και αν ο πολιτικός είναι δημοφιλής (χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι η περίπτωση Κλίντον). Η παράβαση των προεκλογικών υποσχέσεων ενέχει ευθύνες, ιδιαίτερα αν αυτές ανήκουν στον κεντρικό πυρήνα του προεκλογικού προγράμματος. Θα πρέπει να γίνει συνείδηση πως ένας πολιτικός δεν μπορεί να υπόσχεται κάτι, αν δεν μπορεί να εκπληρώσει αυτά που υπόσχεται και σε περίπτωση που αποτύχει να εκπληρώσει τις υποσχέσεις του, τότε θα πρέπει να αναλάβει τις ευθύνες του.

Όλοι οι πολιτικοί, όπως άλλωστε και όλοι οι άνθρωποι, θα διαπράξουν και λάθη. Θα πρέπει όμως τα λάθη αυτά να τυγχάνουν αναγνώρισης και ο πολιτικός να απολογείται για αυτά προς το εκλογικό σώμα και όχι με επικοινωνιακά κόλπα να προσπαθεί να τα παρουσιάσει ως επιτυχίες. Πολλές φορές εξάλλου μια πράξη μπορεί να «είναι χειρότερη από έγκλημα, να είναι λάθος» κατά την γνωστή φράση του Antoine Boulay de la Meurthe για την εκτέλεση του Enghien. Ένα λάθος μπορεί να έχει τόσο καταστροφικές συνέπειες που να μην διαφέρει από έγκλημα, ανεξάρτητα αν δεν υπήρχε πρόθεση για διάπραξη εγκλήματος.

Είναι γεγονός επομένως ότι δεν μπορεί να υπάρξει δημοκρατία χωρίς ανάληψη ή καταλογισμό πολιτικής ευθύνης. Η συχνά χρησιμοποιούμενη φράση ότι στη Δημοκρατία δεν υπάρχουν αδιέξοδα εκφράζει την άποψη ότι η πλημμελής διαχείριση της δημόσιας εξουσίας από τον αξιωματούχο ενός κράτους θα μπορεί να τύχει κριτικής από την πλειοψηφία του εκλογικού σώματος. Η άποψη αυτή όμως παραγνωρίζει το γεγονός ότι οι εκλογές γίνονται κάθε τέσσερα ή πέντε χρόνια, ανάλογα με την περίπτωση, και στον ενδιάμεσο ο κυρίαρχος λαός δεν έχει τη δυνατότητα να εκφράσει την άποψή του, ιδιαίτερα σε πολιτεύματα όπως το κυπριακό στα οποία δεν ισχύει η αρχή της δεδηλωμένης σύμφωνα με την οποία η εκτελεστική εξουσία θα πρέπει να απολαμβάνει της εμπιστοσύνης της νομοθετικής εξουσίας. Ακόμα όμως και σε πολιτεύματα στα οποία ισχύει η αρχή της δεδηλωμένης, όπως για παράδειγμα το ελληνικό, η αντίληψη ότι στη Δημοκρατία δεν υπάρχουν αδιέξοδα παραμένει μάλλον ρητορικό σχήμα, παρά πραγματικότητα. Η έλλειψη επαρκώς αναπτυγμένης εσωκομματικής δημοκρατίας, ως και η αναγωγή ως κανόνα στη μετα-μνημονιακή εποχή (με την στήριξη των ελεγχόμενων μέσων μαζικής επικοινωνίας) του επιχειρήματος ότι αν γίνουν εκλογές ή αν παραιτηθεί η κυβέρνηση, θα καταστραφεί η χώρα, δημιουργεί σαφέστατο κενό ως προς την ανάληψη και καταλογισμό πολιτικών ευθυνών μέσω εκλογών. Δεν θα πρέπει εξάλλου να λησμονείται πως ο πολίτης καλείται να ψηφίσει τους αντιπροσώπους του, χωρίς να γνωρίζει συνήθως επαρκώς το πρόγραμμα τους.

Είναι η θέση μου πως ο τρόπος εκλογής του Προέδρου στην κυπριακή πολιτεία υποδηλώνει ότι θεμελιώδες συστατικό του κυπριακού πολιτεύματος είναι η ύπαρξη ευρύτερης ανοχής και εμπιστοσύνης, ως εννοιών διακριτών από τη συμφωνία, προς το πρόσωπο του Προέδρου της Δημοκρατία. Δεν είναι εν προκειμένω ασήμαντο ότι διαχρονικά το σύνολο των Κυπρίων έδειχνε σε όλες τις δημοσκοπήσεις υψηλό βαθμό εμπιστοσύνης προς το πρόσωπο του εκάστοτε Προέδρου της Δημοκρατίας, ανεξάρτητα αν τον είχαν ή όχι ψηφίσει. Αυτά βέβαια μέχρι την εκλογή του Δημήτρη Χριστόφια, ο οποίος έτυχε, στη μετά Μαρί εποχή, συνολικής απαξίωσης από το εκλογικό σώμα.

Λέγεται ότι η πολιτική ευθύνη δεν αποδίδεται, αλλά αναλαμβάνεται. Διαφωνώ με την άποψη αυτή. Αν κάποιος δεν αναλαμβάνει την πολιτική ευθύνη που του αναλογεί, τότε θα πρέπει να αποδοθεί. Αλλιώς η πολιτική ευθύνη δεν έχει οποιοδήποτε ουσιαστικό περιεχόμενο. Αν η έννοια της πολιτικής ευθύνης είναι εθελοντικής φύσης και αν δεν αναληφθεί από τον ενδιαφερόμενο τότε δεν υπάρχει, τότε η πολιτική ευθύνη δεν έχει λόγο ύπαρξης. Η πολιτική ευθύνη επομένως και αναλαμβάνεται και καταλογίζεται. Ακόμα περισσότερο ισχυρίζομαι ότι υπάρχει αναγκαιότητα όπως η πολιτική ευθύνη αποκτήσει ουσιαστικό περιεχόμενο ανεξάρτητο από την αστική ή ποινική ευθύνη. Μέσα στα πλαίσια αυτά θα προτείνω σήμερα ορισμένες πρώτες προτάσεις για να αποκτήσει ουσιαστικό περιεχόμενο η έννοια της πολιτικής ευθύνης.

Το πρώτο είναι η εισαγωγή θεσμών άμεσης δημοκρατίας, κάτι το οποίο καθίσταται πλέον εφικτό με την χρήση μεθόδων ηλεκτρονικής ψηφοφορίας. Το γεγονός ότι ένα μικρό κράτος όπως η Εσθονία είναι πρωτοπόρο στην χρήση συστημάτων ηλεκτρονικής δημοκρατίας δείχνει πως η εισαγωγή παρόμοιων μεθόδων δεν εξαρτάται από το μέγεθος ή τον πλούτο του κράτους. Όπως σημειώναμε με τον Δημήτρη Ηλιάδη στο βιβλίο Ηλεκτρονική Ψηφοφορία: Πραγματικότητα και Προοπτικές (2007) η χρήση ηλεκτρονικών μέσων μπορεί να καταστήσει εφικτή την πληρέστερη εφαρμογή αποφάσεων που θα καθιερώνουν θεσμούς άμεσης δημοκρατίας και ενίσχυσης της συμμετοχής των πολιτών στη διαδικασία λήψης αποφάσεων.

Το δεύτερο σημείο είναι η ουσιαστική ενίσχυση του θεσμού των ερευνητικών επιτροπών μέσα από τη σύσταση μόνιμων ερευνητικών επιτροπών. Οι ερευνητικές επιτροπές για να έχουν ουσιαστικό αποτέλεσμα θα πρέπει να διορίζονται εκ των προτέρων και όχι ad hoc, ούτως ώστε να πληρούν το κριτήριο της αμεροληψίας και θα πρέπει να διορίζονται με ανεξάρτητα κριτήρια με συμμετοχή και των τριών εξουσιών και όχι ως αποκλειστικό προνόμιο του εκάστοτε Προέδρου. Θα πρέπει να προτείνονται από το Υπουργικό Συμβούλιο και να τυγχάνουν της έγκρισης μιας αυξημένης πλειοψηφίας της Βουλής και με καθιέρωση συστήματος δικαστικού ελέγχου κατά τρόπο ώστε να διασφαλίζεται ότι δεν θα υπάρξει κατάχρηση του συστήματος ώστε, για παράδειγμα, να θυματοποιηθεί ένα μικρό πολιτικό κόμμα. Οι ερευνητικές επιτροπές θα πρέπει να έχουν συγκεκριμένες ρητά καθορισμένες αρμοδιότητες αξιολόγησης πολιτικών πράξεων και να λειτουργούν με τον τρόπο αυτό ως αντικειμενικό και αμερόληπτο μέσο απόδοσης πολιτικών ευθυνών.

Θα πρέπει επίσης να διοριστεί και πάλι εκ των προτέρων και όχι ad hoc, και με την ίδια διαδικασία επιλογής που να διασφαλίζει το αδιάβλητο της διαδικασίας, σώμα ανεξάρτητων εισαγγελέων (αδιάφθορων) με σκοπό την διενέργεια ερευνών για ύποπτες πολιτικές πράξεις, ανεξαρτήτως πολιτικού χώρου, όταν αυτές ανακύπτουν. Το σώμα αυτό των ανεξάρτητων εισαγγελέων δεν θα πρέπει να είναι υπαγόμενο στο Γενικό Εισαγγελέα, ούτε και στην Αστυνομία και θα πρέπει να έχει ως αποκλειστικό σκοπό την διεξαγωγή έρευνας για πολιτικές πράξεις και παραλείψεις.

Η εισαγωγή διαδικασίας impeachment –έκπτωσης του Προέδρου της Δημοκρατίας θα πρέπει να εισαχθεί πάραυτα. Το επιχείρημα ότι το πολίτευμα της Κύπρου είναι προεδρικό, δεν σημαίνει ότι δεν μπορεί να υπάρξει συμμετοχή της Βουλής των Αντιπροσώπων (και βεβαίως του Ανωτάτου Δικαστηρίου) σε μια παρόμοια διαδικασία. Και στις ΗΠΑ το πολίτευμα είναι Προεδρικό, αλλά υπάρχει θεσμοθετημένη διαδικασία έκπτωσης.

Απαιτούμενο είναι βέβαια όπως ενισχυθούν και ενδυναμωθούν οι ομάδες της κοινωνίας των πολιτών που στοχεύουν στη διαφάνεια και στην αξιολόγηση πολιτικών πράξεων. Θα πρέπει να υπάρξουν μηχανισμοί αυτονόμησης των πολιτών από τα κόμματα και ανανέωση της πολιτικής ζωής του τόπου. Η αλλαγή νοοτροπίας πολιτικών και ψηφοφόρων είναι προαπαιτούμενο για την ουσιαστική εφαρμογή της αρχής της πολιτικής ευθύνης, διότι οι θεσμοί δεν μπορούν να λειτουργήσουν ανεξάρτητα από τα πρόσωπα που καλούνται να τους αξιοποιήσουν, ούτε και ανεξάρτητα από νοοτροπίες. Θα πρέπει να υπάρξει κοινωνική απαίτηση όπως ο διάλογος διεξάγεται με όρους αντιπαράθεσης επιχειρημάτων και ουσιαστικών προτάσεων και οι πολίτες να διεκδικήσουν να ακούγεται η φωνή τους και να μην θεωρούνται ως σίγουροι για τα κόμματα. Σημαντική θα ήταν και η εισαγωγή ηλεκτρονικού συστήματος ελέγχου του βαθμού εκπλήρωσης ή μη των προεκλογικών υποσχέσεων των πολιτικών αξιωματούχων από ανεξάρτητους φορείς ή και η θεσμοθέτηση του συστήματος αυτού ελέγχου και η σχετική ενημέρωση του εκλογικού σώματος.

Θα πρέπει επίσης να εισαχθεί ένα ολοκληρωμένο πακέτο συνταγματικών μεταρρυθμίσεων, το οποίο θα καταρτιστεί μέσα από σοβαρή μελέτη με τη συμμετοχή και συνταγματολόγων και όχι ad hoc. Δεν είναι νοητό να τροποποιούμε μεμονωμένα το Σύνταγμα όταν προκύπτει μια απόφαση του Δικαστηρίου με την οποία δεν συμφωνούμε. Η ύπαρξη Συντάγματος είναι κορυφαίας σημασίας διαδικασία για μια χώρα και θα πρέπει να γίνεται μεθοδικά και μετά από ουσιαστική συζήτηση. Χαρακτηριστική είναι η τροποποίηση του άρθρου 17 του Συντάγματος για την προστασία του δικαιώματος επικοινωνίας που έγινε βιαστικά, χωρίς ακόμα να έχει ψηφιστεί από τη Βουλή ο νόμος που θα εφαρμόσει την τροποποίηση του Συντάγματος, κατά τρόπο ώστε η, κατά τα άλλα, άμεσα αναγκαία τροποποίηση να παραμένει κενή νοήματος. Η τροποποίηση του Συντάγματος είναι εφικτή (βλ. και Αιμιλιανίδης, Υπέρβαση του Κυπριακού Συντάγματος, 2006) και θα πρέπει να γίνει κατά τρόπο που να διευκολύνει την απόδοση πολιτικών ευθυνών.

Μέσα στα πλαίσια αυτά θα πρέπει να καταργηθεί με συνταγματική τροποποίηση και η προσφάτως αναπτυχθείσα, περιοριστική της δυνατότητας άσκησης ελέγχου, νομολογιακή αντίληψη ότι η αρχή της διάκρισης των εξουσιών εμποδίζει την Βουλή από το να ασκεί ρόλο στις ενέργειες της εκτελεστικής εξουσίας. Η νομολογιακή αυτή αντίληψη είναι παντελώς εσφαλμένη εφόσον η αρχή της διάκρισης των εξουσιών δεν είναι υπερσυνταγματική αρχή, αλλά συνταγματική αρχή και κατά συνέπεια νόμος μπορεί να κηρυχθεί ως αντισυνταγματικός μόνο εφόσον αντίκειται σε ρητή διάταξη του Συντάγματος που αποτυπώνει την αρχή της διάκρισης των εξουσιών και όχι γενικά και αόριστα. Εν πάση περιπτώσει η νομολογιακή αυτή αντίληψη εμποδίζει την αποτελεσματική άσκηση πολιτικού ελέγχου και κατά συνέπεια η κατάργηση της μέσω συνταγματικής τροποποίησης είναι η μόνη ενδεδειγμένη λύση. Θα πρέπει κατά την άποψή μας να εισαχθεί ένα σύστημα διπλού θεσμικού ελέγχου σε διορισμούς ανεξάρτητων αξιωματούχων, παραλλαγή αυτού που ισχύει στις ΗΠΑ σε σχέση με τον διορισμό των δικαστών του Ανωτάτου Δικαστηρίου.

Οι αλλαγές θα επέλθουν είτε από πάνω προς τα κάτω, είτε από κάτω προς τα πάνω μέσω λαϊκής πίεσης. Αν δεν επέλθουν όμως αλλαγές, τότε τίποτα δεν μπορεί να αλλάξει. Το Μαρί έστειλε το μήνυμα ότι το κοινωνικό και πολιτικό σύστημα έχει καταρρεύσει, κάτι που επιβεβαιώθηκε περίτρανα με την οικονομική κατάρρευση του τόπου. Η τιμωρία των ενόχων δεν είναι αρκετή, αν δεν υπάρξει συνολική αλλαγή του συστήματος και νοοτροπίας. Η άρνηση του Δημήτρη Χριστόφια να αναλάβει την πολιτική ευθύνη που του αναλογούσε, η επίμονη μέχρι και σήμερα άρνηση του Κόμματος του να αναλάβει την πολιτική ευθύνη της διακυβέρνησης του τόπου και η απροθυμία του υπόλοιπου συστήματος να του επιβάλει να παραιτηθεί, σηματοδότησαν την συνολική αποτυχία του συστήματος, τόσο στο Μαρί, όσο και στη διαχείριση της οικονομίας, αλλά και του κυπριακού.

Η δικαστική απόφαση για το Μαρί έχει επιβεβαιώσει το πόρισμα Πολυβίου ως προς τα γεγονότα και την πολιτική ευθύνη του Χριστόφια. Η στάση όμως του Χριστόφια και των συν αυτώ έχει προσβάλει τους δημοκρατικούς θεσμούς ανεπανόρθωτα. Ιδιαίτερα η άρνηση σεβασμού των ευρημάτων του πορίσματος μιας Επιτροπής που ο ίδιος είχε διορίσει. Ακόμα και σήμερα κομματικές εφημερίδες και δημοσιογράφοι συνεχίζουν την προπαγάνδα και τις ψευδείς αναμεταδόσεις των γεγονότων. Για να υπάρξει όμως εμπιστοσύνη στους θεσμούς θα πρέπει οι πολίτες να πειστούν ότι οι θεσμοί διασφαλίζουν τα συμφέροντα τους, ότι δεν ψεύδονται και ότι αναλαμβάνουν τις ευθύνες τους. Εξουσία χωρίς αναγνώριση ευθυνών και χωρίς αναγνώριση λαθών δεν είναι ίδιο της Δημοκρατίας. Και η αναγνώριση ευθυνών πρέπει να είναι έμπρακτη. Το να αναφέρει κάποιος «αναλαμβάνω την ευθύνη για την έκρηξη» είναι ίδιον μιας τρομοκρατικής οργάνωσης και όχι δημοκρατικά εκλεγμένων ηγετών.

Ομιλία που έγινε στις 12/7/2013 σε εκδήλωση που διοργάνωσε ο «Εμπροσθοφύλακας» στην Αίθουσα Τελετών του Πανεπιστημίου Κύπρου

 

Σχόλια

Σχόλια