Αναφορικά με την ηπειρωτική Ευρώπη και τις συγκρούσεις που την συντάρασσαν κατά το 19ο αιώνα, ο Walter Russel Mead παρατηρεί ότι «οι ηπειρωτικές δυνάμεις μονομαχούσαν για την Ευρώπη σαν σκορπιοί κλεισμένοι σε μπουκάλι». Αυτοί οι σκορπιοί αντιμάχονταν ο ένας τον άλλο στα πλαίσια μιας ισορροπίας ισχύος. Εν τούτοις, ένας από αυτούς αναπτύχθηκε τόσο πολύ, ώστε ήταν αδύνατο για τους υπόλοιπους να τον ανταγωνιστούν. Η ανισορροπία που προκλήθηκε από αυτή την εξέλιξη οδήγησε σταδιακά σε δύο άνευ προηγουμένου αιματοχυσίες: Τους δύο Παγκόσμιους Πολέμους. Σήμερα, ορισμένοι αναλυτές μάλλον υπερβάλλουν όταν αναφέρονται σε «4ο Ράιχ». Είναι όμως γεγονός ότι η Γερμανία ισχυροποιείται και πάλι, σε αναζήτηση μιας μεταμοντέρνας ηγεμονίας στην Ευρώπη.

 

Τα γερμανικά Ράιχ: Ανισορροπία στην Ευρώπη

Η γενιά μας μεγάλωσε σε μια ειρηνική Ευρώπη, όπου ο πόλεμος γινόταν αντιληπτός ως ένα απομακρυσμένο (στο χώρο και το χρόνο) φαινόμενο. Εν τούτοις, τα πράγματα δεν ήταν πάντοτε έτσι. Η Γηραιά Ήπειρος υπήρξε θέατρο σκληρών ανταγωνισμών συμφερόντων, ηγεμονικών πολέμων και βίαιων ανακατανομών ισχύος. Για παράδειγμα, οι ναπολεόντειοι πόλεμοι (1803-1815) σηματοδότησαν μια νέα εποχή, κατά την οποία για σχεδόν ένα αιώνα επικράτησε στην ήπειρο η σταθερότητα. Η επικράτηση επί του Ναπολέοντα ένωσε τη Μεγάλη Βρετανία και τη Ρωσία – δύο ανταγωνιστικές δυνάμεις στη δυτική και την ανατολική άκρη της Ευρώπης αντίστοιχα – σε αναζήτηση ισορροπίας στην ευρωπαϊκή ενδοχώρα μέσω της αποκατάστασης των παλαιών βασιλείων. Το παλινορθωθέν γαλλικό βασίλειο των Βουρβόνων, η Αυστρία και η Πρωσία διασφάλιζαν την ισορροπία στην κεντρική Ευρώπη, το πλέον κατακερματισμένο και ασταθές τμήμα της ηπείρου. Αυτές οι πέντε δυνάμεις συνέστησαν ένα «κονσέρτο δυνάμεων» το οποίο κυριάρχησε στην Ευρώπη στα πλαίσια μιας συλλογικής ηγεμονίας. Εν τούτοις, το εγχείρημα αυτό θα γνώριζε σύντομα την αμφισβήτηση μιας νέας απειλής, του εθνικισμού.

Ο πιο άμεσος κίνδυνος ήταν ο παν-γερμανισμός: Λαοί από διακριτά βασίλεια, τους οποίους συνέδεε η γερμανική εθνική ταυτότητα και η γερμανική γλώσσα, επεδίωξαν την ενοποίηση των γερμανικών βασιλείων και τη δημιουργία ενός ενιαίου γερμανικού κράτους. Η ενοποίηση των γερμανικών βασιλείων έλαβε εν τέλει χώρα το 1871 υπό την καθοδήγηση του Πρώσου πολιτικού Ότο Φον Μπίσμαρκ. Παρά το μέγεθος και την ισχύ του νέου κράτους, ο Μπίσμαρκ ευνοούσε τη συνέχιση της ισορροπίας στην Ευρώπη. Εν τούτοις, το υπόλοιπο γερμανικό πολιτικό κατεστημένο δε συμμεριζόταν αυτή την άποψη. Μετά την παύση του Μπίσμαρκ από τον αυτοκράτορα Γουλιέλμο Β’ το 1890, η Γερμανία υιοθέτησε ηγεμονικές και επεκτατικές πολιτικές. Στο μεταξύ, το νέο κράτος είχε καταστεί η μεγαλύτερη βιομηχανική δύναμη της Ευρώπης έχοντας υποσκελίσει τη Μεγάλη Βρετανία, ενώ τα επιστημονικά και ερευνητικά του επιτεύγματα ήταν εξ’ ίσου σημαντικά. Την ίδια στιγμή, ο γερμανικός στρατός ήταν ο μεγαλύτερος και αρτιότερα εξοπλισμένος στην κεντρική Ευρώπη. Αυτή η άνιση ανάπτυξη έδωσε ώθηση στην αποφασιστικότητα, τον εθνικισμό και την επιθετικότητα των Γερμανών, κυρίως εις βάρος της Μεγάλης Βρετανίας και της Ρωσίας. Η συνεπαγόμενη ανισορροπία, ενισχυόμενη από τη δημιουργία μιας Τριπλής Συμμαχίας μεταξύ Γερμανίας, Αυστροουγγαρίας και Ιταλίας – η οποία βρέθηκε αντιμέτωπη με την αντίστοιχη γαλλο-ρωσική Διπλή Συμμαχία – σταδιακά οδήγησε στην έκρηξη του Μεγάλου Πολέμου (ο οποίος αργότερα έγινε γνωστός ως ο Α’ Παγκόσμιος Πόλεμος) το 1914. Σε κάποιο βαθμό ο Μεγάλος Πόλεμος ήταν το αποτέλεσμα της δημιουργίας ενός ενοποιημένου γερμανικού κράτους – το οποίο ήταν πολύ μεγάλο και πολύ ραγδαία αναπτυσσόμενο για να εξισορροπηθεί επιτυχώς από τις υπόλοιπες ευρωπαϊκές δυνάμεις – από κοινού με τις επιθετικές ιδέες που είχαν κυριαρχήσει στην Ευρώπη.

Η Γερμανία και οι σύμμαχοί της έχασαν τον πόλεμο, εν τούτοις οι όροι της ειρήνης δημιούργησαν εν μέρει το κοινωνικό και πολιτικό πρόπλασμα για μια νέα πανευρωπαϊκή σύγκρουση: Σε μια εκδικητική λογική, η Συνθήκη των Βερσαλλιών (με την οποία δώθηκε τέλος στον Πόλεμο) υπεγράφη στην Αίθουσα των Κατόπτρων στο παλάτι των Βερσαλλιών, όπου πενήντα χρόνια προηγουμένως ο Μπίσμαρκ είχε κηρύξει την ενοποίηση των γερμανικών βασιλείων. Επιπλέον, η Γερμανία έχασε τις αποικίες της και της επιβλήθηκαν μια σειρά από εξευτελιστικούς περιορισμούς και ποινές σε σχέση με το στρατό και την οικονομία της. Οι Γερμανοί εξέλαβαν αυτή τη διευθέτηση ως κτύπημα κατά της εθνικής τους υπερηφάνειας. Οι επικρατούσες αντιλήψεις περί στρατηγικής αναγκαιότητας για στρατιωτική και οικονομική ισότητα με τη Γαλλία και τη Μεγάλη Βρετανία, από κοινού με τη διάλυση της Κοινωνίας των Εθνών και τα αποτελέσματα της Μεγάλης Ύφεσης στις αρχές της δεκαετίας του ’30, εξέθρεψαν το τέρας του ναζισμού. Ο Χίτλερ άδραξε την ευκαιρία και ανέλαβε μίαν άνευ προηγουμένου εκστρατεία στρατιωτικής μεγέθυνσης, η οποία οδήγησε στη δημιουργία της γνωστής πολεμικής μηχανής που αιματοκύλησε ολόκληρη την Ευρώπη. Όπως ακριβώς είχε συμβεί μετά την ενοποίηση των γερμανικών βασιλείων, η ανυπέρβλητη ισχύς της Γερμανίας και οι εξτρεμιστικές ιδέες που επικράτησαν οδήγησαν σε ένα νέο Παγκόσμιο Πόλεμο, χειρότερο από τον πρώτο.

 

«…οι Ρώσοι εκτός, οι Αμερικανοί εντός και οι Γερμανοί κάτω!»

Εν τέλει, ο Χίτλερ απέτυχε λόγω της ασυγκράτητης κατακτητικής του μανίας, η οποία οδήγησε σε μια τεράστια υπερεπέκταση της Γερμανίας εντός της ευρωπαϊκής ηπείρου. Για μία ακόμα φορά η Γερμανία είχε ηττηθεί επειδή είχε αποτύχει να διαχειριστεί τις εσωτερικές και διεθνείς της υποθέσεις με αυτοσυγκράτηση. Μετά το τέλος του Πολέμου η Γερμανία είχε χωριστεί σε δύο ζώνες κατοχής: Τη δυτική, την οποία διοικούσαν οι Ηνωμένες Πολιτείες, η Βρετανία και η Γαλλία και την ανατολική, υπό τον έλεγχο της Σοβιετικής Ένωσης. Το 1949 οι δύο ζώνες μετεξελίχθηκαν σε αντίστοιχα κράτη, την Ομόσπονδη Δημοκρατία της Γερμανίας (Δυτική Γερμανία) και τη Λαϊκή Δημοκρατία της Γερμανίας (Ανατολική Γερμανία). Η πρωτεύουσα του ενοποιημένου γερμανικού κράτους, το Βερολίνο, ευρισκόμενο εντός του εδάφους της Ανατολικής Γερμανίας, διχοτομήθηκε και χωρίστηκε σε δυτικό και ανατολικό. Λόγω του γεγονότος ότι – στα πλαίσια της ψυχροπολεμικής αντιπαλότητας – το ζήτημα του ελέγχου του Βερολίνου είχε οδηγήσει το δυτικό και το ανατολικό στρατόπεδο κοντά σε ένα νέο παγκόσμιο πόλεμο δύο φορές, το 1961 η Ανατολική Γερμανία έκτισε ένα τείχος το οποίο απομόνωσε το δυτικό Βερολίνο. Κατ’ αυτό τον τρόπο το Βερολίνο κατέστη το σύμβολο του Ψυχρού Πολέμου και της διαμάχης μεταξύ Ηνωμένων Πολιτειών και Σοβιετικής Ένωσης και των συμμάχων τους.
Με τη διχοτόμηση της Γερμανίας, η ενοποίηση των γερμανικών βασιλείων – η οποία αποσταθεροποίησε την Ευρώπη το 19ο αιώνα – ουσιαστικά ακυρώθηκε. Εν τούτοις, η Δυτική Γερμανία πέτυχε σύντομα ένα οικονομικό θαύμα κυρίως λόγω της αμερικανικής οικονομικής βοήθειας μέσω του σχεδίου Μάρσιαλ, αλλά και της εισαγωγής του γερμανικού μάρκου το 1948, την ώρα που η Ανατολική Γερμανία υπέφερε από συγκριτική υπανάπτυξη. Επιπλέον, η Δυτική Γερμανία είχε ενταχθεί σε μια σειρά από διατλαντικούς και ευρωπαϊκούς οργανισμούς: Τον Οργανισμό Βορειατλαντικού Συμφώνου (NATO), την Ευρωπαϊκή Κοινότητα Άνθρακα και Χάλυβα (ΕΚΑΧ) και την Ευρωπαϊκή Οικονομική Κοινότητα (ΕΟΚ). Αυτοί οι οργανισμοί αποσκοπούσαν στη διασφάλιση της ειρήνης και της συνοχής στην Ευρώπη, αλλά και στην εξισορρόπηση της Σοβιετικής απειλής. Η συμμετοχή της Δυτικής Γερμανίας σε αυτούς διασφάλιζε ότι δεν θα επαναλαμβάνονταν οι γερμανικές ηγεμονικές συμπεριφορές του παρελθόντος στη Γηραιά Ήπειρο. Όπως χαρακτηριστικά ανέφερε το 1949 ο πρώτος Γενικός Γραμματέας του ΝΑΤΟ, Λόρδος Ίσμεϊ, στόχος του οργανισμού ήταν «να μείνουν οι Ρώσοι εκτός, οι Αμερικανοί εντός και οι Γερμανοί κάτω».

 

Το «γερμανικό ζήτημα»

Το 1989 ο λαός της Ανατολικής Γερμανίας, έχοντας αγανακτίσει λόγω της καχεξίας της ανατολικογερμανικής οικονομίας, ζήτησε επιτακτικά και δυναμικά την ενοποίηση των δύο γερμανικών κρατών. Τότε ο Πρόεδρος των Ηνωμένων Πολιτειών, Τζωρτζ Μπους (πατέρας), αντιλήφθηκε την ύπαρξη ενός παραθύρου ευκαιρίας για την επανένωση της Γερμανίας και την ένταξή της στο ΝΑΤΟ, δίνοντας ταυτόχρονα ένα τέλος στο Ψυχρό Πόλεμο με τρόπο συμβατό με τα συμφέροντα της Ουάσιγκτον. Την ίδια στιγμή, το μεταρρυθμιστικό πρόγραμμα του ηγέτη της Σοβιετικής Ένωσης Μιχαήλ Γκορπατσόβ αντιμετώπιζε σοβαρά προβλήματα, τα οποία θα μπορούσαν να αυξηθούν σε περίπτωση μαζικής φυγής Ανατολικογερμανών προς τη Δύση. Κατά συνέπεια, η Σοβιετική Ένωση δεν θα μπορούσε να αποσπαστεί από τα δικά της εσωτερικά προβλήματα χάριν ενός ενισχυμένου ρόλου στη διαχείριση του γερμανικού ζητήματος.

Σε αντίθεση με τις Ηνωμένες Πολιτείες, οι δυτικοευρωπαίοι σύμμαχοί τους ήταν μάλλον δυσαρρεστημένοι με την προοπτική μιας επανενωμένης Γερμανίας. Η Πρωθυπουργός της Βρετανίας Μάργκαρετ Θάτσερ ανησυχούσε έντονα για το μέλλον της κατανομής ισχύος στην Ευρώπη (κυρίως με οικονομικούς όρους) σε περίπτωση που ένα τεράστιο κράτος των 80 εκατομμυρίων κατοίκων, με ένα ισχυρό εμπορικό ισοζύγιο, θα έκανε την εμφάνισή του στην καρδιά της Ευρώπης. Τις ίδιες ανησυχίες μοιραζόταν και ο Γάλλος Πρόεδρος Φρανσουά Μιτεράν. Ο δε Ιταλός Πρωθυπουργός, Τζούλιο Αντρεότι, θέλοντας να εκφράσει την ανησυχία του με ένα ιδιαίτερο τρόπο, είχε δηλώσει ότι «αγαπούμε τόσο πολύ τη Γερμανία που θα προτιμούσαμε να έχουμε δύο!»
Εν τέλει η επανένωση αποδείχτηκε μια αυτοεκπληρούμενη προφητεία. Από τον Οκτώβριο του 1990 η Γερμανία ήταν και πάλι ένα ενιαίο κράτος. Αυτό έγινε κατορθωτό λόγω του ανεξέλεγκτου κοινωνικού ρεύματος, αλλά και χάρη στις τολμηρές πολιτικές πρωτοβουλίες του Μπους και του Δυτικογερμανού Καγκελλαρίου Χέλμουτ Κολ. Οι δε Δυτικοευρωπαίοι καθησυχάστηκαν κυρίως λόγω της ισχυρής δέσμευσης του Κολ έναντι στο ΝΑΤΟ και της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, η οποία θα προχωρούσε με την πολιτική ενοποίηση και με ένα ενιαίο νόμισμα. Ο «μεγάλος σκορπιός» είχε επιστρέψει. Η αναπτυξιακή προοπτική της ισχύος της Γερμανίας, ως επίσης και οι μελλοντικές της προθέσεις έναντι της Ευρώπης επανήλθαν ως θεμελιώδη ερωτήματα σε σχέση με το μέλλον της Γηραιάς Ηπείρου.

 

Λογιστής ή ηγεμόνας;

Σε ένα άρθρο της στο περιοδικό The American Interest (Ιούλιος/Αύγουστος 2010), το οποίο είχε κυκλοφορήσει όταν ξεσπούσε η οικονομική κρίση στη νότια Ευρώπη, η πρώην Ισπανίδα υπουργός εξωτερικών Άννα Παλάθιο υπογράμμισε ότι: «Η Ευρώπη πρέπει (…) να συμβιβαστεί με μία ιστορικά φυσιολογική Γερμανία, ένα επανενωμένο κράτος τόσο ισχυρό που μυρίζει σαν ηγεμόνας παρά το γεγονός ότι προσπαθεί να ντύνεται σαν λογιστής». Εκ τότε, η επιμονή της Γερμανίας στην επιβολή μέτρων λιτότητας στις αιμάσσουσες οικονομίες του ευρωπαϊκού νότου προκάλεσε εντάσεις στη Γηραιά Ήπειρο και οδήγησε σε υπεραπλουστευμένες συγκρίσεις μεταξύ της Καγκελλαρίου Άγκελα Μέρκελ και του Αδόλφου Χίλτερ.

Στο παρελθόν όποτε η Γερμανία υπήρξε ενοποιημένη, πολιτικά ανεξάρτητη και δηλητηριασμένη από εξτρεμιστικές ιδέες, ξέφευγε από το μονοπάτι της ειρήνης. Η Ευρώπη υπέστη δύο αιματηρούς Παγκόσμιους Πολέμους και η ισορροπία αποκαθίστατο μόνον όταν ο γερμανικός επεκτατισμός υπερέβαινε τα όρια της υπερεπέκτασης και όταν εισέρχονταν στο παιχνίδι οι Αμερικανοί. Το δε 1990 οι δύο Γερμανίες επανενώθηκαν κατόπιν αμερικανικής διαμεσολάβησης και στη βάση των κανόνων της αμερικανικής παγκόσμιας ηγεσίας. Εν τούτοις, τα πράγματα έχουν αλλάξει. Οι Ηνωμένες Πολιτείες, εξασθενημένες από την οικονομική κρίση του 2008, αποσύρθηκαν σε μεγάλο βαθμό από την παγκόσμια ηγεσία για να επικεντρωθούν στα εσωτερικά τους ζητήματα. Την ίδια στιγμή, το διαρκώς διευρυνόμενο χάσμα μεταξύ της Γερμανίας και των υπόλοιπων ευρωπαϊκών δυνάμεων καθιστά ακόμη πιο έντονη τη «μυρωδιά του ηγεμόνα». Ο πάλαι ποτέ γαλλογερμανικός άξονας, ο οποίος είχε αντιταχθεί στον αμερικανικό παρεμβατισμό της προηγούμενης δεκαετίας, έπαψε στην ουσία να υφίσταται εξ’ αιτίας μιας σοβαρής αλλαγής στο ισοζύγιο ισχύος μεταξύ Γερμανίας και Γαλλίας, αλλά και λόγω της διαφωνίας του Προέδρου Ολάντ με την πολιτική της λιτότητας που προωθεί η Γερμανία στις οικονομίες της ευρωζώνης.

Το πιο ανησυχητικό γεγονός όμως είναι η – μερική έστω – επανεμφάνιση των προϋποθέσεων που είχαν θέσει σε κίνηση το βίαιο ηγεμονισμό της Γερμανίας στο παρελθόν: 1) Η Γερμανία είναι και πάλι ένα ενιαίο κράτος το οποίο εγκαταλείπει την ταπεινότητα της μεταπολεμικής εποχής και προβάλλει ως μια ρωμαλαία ηγέτιδα δύναμη εντός της ΕΕ, κυρίως εντός της ευρωζώνης. 2) Η ανεξαρτησία της από τον αμερικανικό παράγοντα διευρύνεται ως αποτέλεσμα της απροθυμίας των Ηνωμένων Πολιτειών να ασκήσουν παγκόσμια ηγεσία. Η αμερικανική επέμβαση στα της Ευρώπης δεν είναι πλέον τόσο ευπρόσδεκτη. Μετά την κριτική που άσκησε ο Πρόεδρος Ομπάμα για τον τρόπο με τον οποίο η Γερμανία χειρίζεται την κρίση στην ευρωζώνη, τον Ιούνιο του 2012, ο Γερμανός υπουργός οικονομικών Βόλφγκαγκ Σόιμπλε δήλωσε ότι «ο Πρόεδρος Μπαράκ Ομπάμα θα έπρεπε να επικεντρωθεί στη μείωση του ελλείμματος του αμερικανικού προϋπολογισμού πριν συμβουλεύσει την Ευρώπη για το πώς θα αντιμετωπίσει τη δική της κρίση χρέους» (Spiegel Online, June 25, 2012). 3) Σε καμία περίπτωση δεν παρατηρούνται σημάδια επανεμφάνισης του εξτρεμισμού του Γουλιέλμου Β’ και – κυρίως – του Χίτλερ. Εν τούτοις, κάποιες ενδείξεις απολυταρχισμού είναι εμφανείς. Για παράδειγμα, η ιδέα του διορισμού ενός Ευρωπαίου επιτρόπου στην Ελλάδα, ο οποίος θα είχε εξουσία επί του ελληνικού προϋπολογισμού και της ελληνικής φορολογικής πολιτικής ήταν μάλλον αντιδημοκρατική. Επιπλέον, η επιμονή της Μέρκελ και του Σόιμπλε στην αναδιάρθρωση του κυπριακού τραπεζικού συστήματος στη βάση αμφισβητούμενων κατηγοριών περί ξεπλύμματος βρώμικου χρήματος, η οποία διέλυσε την κυπριακή οικονομία, έρχεται σε σύγκρουση με την αρχή της «ευρωπαϊκής αλληλεγγύης».

Ο χρόνος θα δείξει κατά πόσον η Ευρώπη θα πρέπει να ανησυχεί. Για την ώρα, η αξιοπιστία του «μεγάλου σκορπιού» τελεί υπό αμφισβήτηση.

 

Αναδημοσίευση (κατόπιν μετάφρασης στην ελληνική) από το περιοδικό Legacy, Ιούλιος/Αύγουστος 2013, τεύχος 4.

 

Βιβλιογραφία:

Bush, George and Brent Scowcroft. A World Transformed. New York: Vintage Books, 1998.

Friedman, George. “Germany’s Role in Europe and the European Debt Crisis.” Stratfor, January 31, 2012. Accessed February 3, 2012, http://www.stratfor.com/weekly/germanys-role-europe-and-european-debt-crisis.

Gaddis, John Lewis. The Cold War: A New History. New York: Penguin Books, 2005.

Kennedy, Paul. The Rise and Fall of the Great Powers. New York: Vintage Books, 1987

Kissinger, Henry. Diplomacy. New York: Simon & Schuster Paperbacks, 1994.

Mead, Walter R. Special Providence: American Policy and how it Changed the World. New York: Routledge, 2002.

Palacio, Ana. “Decision Time.” The American Interest 5 (2010). Accessed April 17, 2013, http://www.the-american-interest.com/article.cfm?piece=823.

Watson, Adam. The Evolution of International Society. London: Routledge, 1992.

Zelikow, Philip and Condoleezza Rice, Germany Unified and Europe Transformed. Cambridge, MA: Harvard University Press, 1997.

 

Σχόλια

Σχόλια