Το παρόν κείμενο δημοσιεύθηκε στο Δημήτρης Χριστόφιας: Πορεία Ολέθρου, Εκδόσεις Αιγαίον, Λευκωσία, 2013, 13-20.

Εισαγωγή

Το παρόν κείμενο έχει ως σκοπό να εκφράσει ορισμένους προβληματισμούς ως προς την προσέγγιση την οποία επέδειξε η πενταετής διακυβέρνηση Δημήτρη Χριστόφια (2008-2013) απέναντι στις θεμελιώδεις δημοκρατικές αρχές επί των οποίων οφείλει να στηρίζεται μια πολιτεία. Οπωσδήποτε δεν είναι δυνατό στον περιορισμένο χώρο του κειμένου να καλυφθεί όλο το πλαίσιο του προβληματισμού και ως εκ τούτου θα επικεντρωθώ σε ορισμένα στοιχεία τα οποία κατά την άποψή μου χρήζουν ιδιαίτερης προσοχής. Βασική θέση που διαπνέει το κείμενο είναι ότι κατά την διάρκεια της πενταετίας Χριστόφια υπήρξε μια πρωτοφανής απαξίωση των δημοκρατικών θεσμών, η οποία οδήγησε σε γενικότερη κατάπτωση των αξιών της κυπριακής κοινωνίας.

Αναμφίβολα η συζήτηση περί του αληθινού νοήματος της δημοκρατίας δεν είναι ποτέ απλή, όσο απλά και αν φαντάζουν τα επιχειρήματα. Η δημοκρατία ως θεσμός αποσκοπεί πρωτίστως στην προστασία της μειοψηφούσας άποψης από την αυθαιρεσία της πλειοψηφίας, διότι αρχή της σύγχρονης δημοκρατίας αποτέλεσε ότι οι πιθανότητες της αλήθειας να έλθει στο φως, αυξάνονται με την ελευθερία και μειώνονται με την καταπίεση. Από την άλλη όμως, οι δημοκρατικές αρχές, πέραν από τυπικούς κανόνες εκφράζουν, ή θα έπρεπε να εκφράζουν, και κάτι βαθύτερο: ένα πολιτικό, κοινωνικό και πολιτιστικό πρότυπο στη βάση του οποίου ένας πολιτικός, αλλά και ένας πολίτης μιας χώρας διάγει τον βίο του.[1]

Συλλήψεις πολιτών για εξύβριση κατά του Προέδρου

Κατά την διακυβέρνηση Χριστόφια η απόγνωση άνοιξε λαγούμι και αποκάλυψε το βάραθρο της πολιτικής υποκρισίας του τόπου μας απέναντι στις θεμελιώδεις δημοκρατικές αρχές. Μια σαθρή αίσθησης ξεφτίλας παρέσυρε τα πάντα, καθώς οι πολίτες τραγουδούσαν μαζί με τον Σαββόπουλο της Ρεζέρβας: «τα όνειρα σου μην τα λες γιατί μια μέρα κρύα, μπορεί και οι φροϋδιστές να βγουν στην εξουσία». Τα σημάδια είχαν αρχίσει από καιρό. Τον Σεπτέμβριο του 2009 είχα γράψει εξ αφορμής της σύλληψης όσων φώναζαν υβριστικά συνθήματα κατά του Προέδρου της Δημοκρατίας στην αντικατοχική εκδήλωση της 20ης Ιουλίου 2009 ότι δεν είναι νοητό να συλλαμβάνεις κάποιον σε ένα δημοκρατικό πολίτευμα για εξύβριση του Προέδρου της Δημοκρατία, όσο καταδικαστέα και αν είναι τα συνθήματα και όσο επιπόλαια και αν είναι η πράξη της ύβρεως. Ο εκάστοτε Πρόεδρος της Δημοκρατίας βρίσκεται σε ιδιαίτερα πλεονεκτική θέση έναντι οποιουδήποτε υβριστή, έχοντας στο πλευρό του κυβερνητικούς και κομματικούς μηχανισμούς, τηλεοπτικά κανάλια και εφημερίδες, κομματικούς δημοσιογράφους. Δεν χρειάζεται περαιτέρω προστασίας.[2]

Δυστυχώς όμως, το φαινόμενο της, με εντολές του Προέδρου, σύλληψης πολιτών που είτε χειρονομούσαν, είτε εκστόμιζαν φράσεις κατά του Προέδρου της Δημοκρατίας, έλαβε διαστάσεις επιδημίας κατά δύο τελευταία χρόνια της διακυβέρνησης Χριστόφια. Η προεδρική φρουρά σταματούσε τα αυτοκίνητα πολιτών και τους συλλάμβανε με το αιτιολογικό ότι αυτοί εξύβριζαν τον Πρόεδρο.[3] Ουδέποτε στο παρελθόν κυπριακή κυβέρνηση υπήρξε λιγότερο ανεκτική στην κριτική. Αποκορύφωμα του φαινομένου υπήρξε η προσπάθεια σύλληψης του Νικόλα Ιωαννίδη, γιου του αδικοχαμένου πλοιάρχου Αντρέα Ιωαννίδη, αμέσως μετά την λήξη της κατάθεσης του Δημήτρη Χριστόφια ενώπιον της επιτροπής Πολυβίου, μιας Επιτροπής που διεξήγαγε έρευνες για την έκρηξη στο Μαρί στην οποία ο πλοίαρχος Αντρέας Ιωαννίδης είχε χάσει την ζωή του λόγω των πράξεων και παραλείψεων της κυπριακής κυβέρνησης και προσωπικά του Προέδρου της Δημοκρατίας.

Με σχετικό άρθρο που συνέγραψα με τον συνάδελφο Ξενή Ξενοφώντος, υποδεικνύαμε ότι το αναχρονιστικό άρθρο 46Α του Ποινικού Κώδικα, το οποίο ποινικοποιούσε την προσβολή της τιμής του Προέδρου της Δημοκρατίας, είχε καταργηθεί  με το ν. 84(Ι)/2003 επί περιόδου μάλιστα που Πρόεδρος της Βουλής ήταν ο Δημήτρης Χριστόφιας.[4] Υποδεικνύαμε επίσης ότι η νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων έχει επανειλημμένα τονίσει πως η προστασία που θα πρέπει να απολαμβάνει ένα μέλος της Κυβέρνησης (και πολύ περισσότερο ο ίδιος ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας) θα πρέπει να είναι μειωμένη (και όχι αυξημένη) σε σύγκριση με οποιοδήποτε άλλο πολίτη. Και αυτό διότι το μέλος της Κυβέρνησης έχει εν γνώσει του θέσει τον εαυτό του στην αυστηρή κρίση των πολιτών.[5] Αντίθετη προσέγγιση θα καθιστούσε τους μηχανισμούς του ποινικού δικαίου εργαλεία αυθαιρεσίας, αυταρχισμού και εκφοβισμού των οποιωνδήποτε προσώπων ασκούν ενοχλητική κριτική στον Πρόεδρο της Δημοκρατίας, ως και επιχειρήθηκε να γίνει επί Προεδρίας Χριστόφια. Στόχος μιας δημοκρατικής πολιτείας όμως πρέπει να είναι η προστασία των αδυνάτων και όχι των ισχυρών και των κυβερνώντων.

Συνωμοσιολογία και διώξεις μέσων ενημέρωσης

Παράλληλα προς τις συλλήψεις πολιτών, η καθεστωτική συνωμοσιολογία έλαβε νέο περιεχόμενο μέσα από τις διώξεις ιστολογίων και εφημερίδων. Την πρωτοφανή (και εντελώς ατεκμηρίωτη) δημόσια καταγγελία του Γενικού Γραμματέα του ΑΚΕΛ ότι ιστολόγια και σατιρικές εφημερίδες επιδιώκουν την «φυσική εξόντωση» του Προέδρου και ότι συνωμοτικά κέντρα συνεδριάζουν με σκοπό να ανατρέψουν την ενότητα στο εσωτερικό μέτωπο, διαδέχθηκαν πρωτοφανείς πράξεις αυταρχισμού που σκοπό είχαν να προκαλέσουν συμπάθεια προς τον Πρόεδρο (ως διωκόμενου θύματος) και να αποπροσανατολίσουν την κοινή γνώμη από τις συνεχιζόμενες γκάφες του κυβερνητικού στρατοπέδου. Η χρονική στιγμή δε κατά την οποία εκστομίστηκαν οι εν λόγω δηλώσεις, αμέσως μετά την αποτρόπαια κλοπή του λειψάνου του αποβιώσαντος πρώην Προέδρου Τάσσου Παπαδόπουλου και την δολοφονία του Άντη Χατζηκωστή, διευθυντή του εκδοτικού συγκροτήματος Δίας, φανέρωνε την έλλειψη μέτρου από πλευράς των κυβερνώντων.[6]

Ήταν τουλάχιστον προκλητικό να επιχειρείται ένας αποπροσανατολισμός της κοινής γνώμης με αναφορά σε μυθεύματα για φυσική εξόντωση του Προέδρου, σε μια περίοδο κατά την οποία η κοινή γνώμη αισθανόταν συγκλονισμένη και ανασφαλείς.[7] Κομματικές εφημερίδες προέβαιναν διαρκώς σε συνωμοσιολογία περί ύπαρξης μυστικής οργάνωσης «απορριπτικών» η οποία έχει ως σκοπό να πλήξει τον Πρόεδρο και τις διαπραγματεύσεις του κυπριακού, στην οποία συμμετείχαν πολιτικά πρόσωπα από όλο το φάσμα της κυπριακής πολιτικής σκηνής, καθώς και πολιτικά πρόσωπα και προσωπικότητες από την Ελλάδα. Όσοι διαφωνούσαν με τον Πρόεδρο στιγματίζονταν ως συνωμότες σε μια προσπάθεια πρόκλησης φανατισμού και πόλωσης κατά τρόπο ώστε να εξυπηρετηθούν κομματικές σκοπιμότητες.[8]

Χαρακτηριστικό παράδειγμα της προσπάθειας ποινικοποίησης του αντιπολιτευτικού λόγου υπήρξε η προσπάθεια καταδίκης του εκδότη της σατιρικής πολιτικής εφημερίδας «Ένωση» Βάσου Φτωχόπουλου με τον ισχυρισμό ότι στην εφημερίδα είχαν δημοσιευθεί αισχρά θέματα που τείνουν στην εξαχρείωση ή και διαφθορά των αναγνωστών της εφημερίδας. Το εν λόγω θέμα αφορούσε σε ένα φωτομοντάζ του Δημήτρη Χριστόφια. Η ποινική δίωξη απορρίφθηκε από το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας, το οποίο έκρινε ορθά πως το δημοσίευμα δεν ήταν αισχρό.[9]

Παρομοίως το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας αθώωσε τον Υποδιοικητή της Πολιτικής Άμυνας Ιωάννη Αυλωνίτη, ο οποίος κατηγορήθηκε ότι «κατέστησε διαθέσιμο ρατσιστικό υλικό που προωθεί την βία μέσω facebook». Ο Αυλωνίτης, ο οποίος περιγράφηκε ως ο «φασίστας παππούς» που δίδασκε στο εγγονάκι του την βία κατά των κομμουνιστών, είχε γίνει διάσημος μέσα από ένα φιλμάκι στο facebook που παρουσίαζε ένα παιδάκι τριών ετών να κρατά ένα πλαστικό πιστολάκι και να αναφέρει πως θα σκοτώσει Τούρκους και κομμουνιστές. Το θλιβερό περιστατικό είχε καταγγελθεί από τον Δημήτρη Χριστόφια ενώπιον της ίδιας της Βουλής των Ελλήνων, ο οποίος αξιοποίησε την ιστορική στιγμή ομιλίας ενός Κύπριου Προέδρου ενώπιον της Βουλής των Ελλήνων, για να αναφερθεί στο μεμονωμένο αυτό γεγονός ως ένδειξη της υποκίνησης βίας από φασίστες κατά των κομμουνιστών.[10]

Πιο ακραία ήταν η προσπάθεια να κλείσει το αντιπολιτευτικό ιστολόγιο Christofias Watch, η οποία οδήγησε σε έφοδο στην οικία του δικηγόρου Ξενή Ξενοφώντος κατά τις πρωινές ώρες και στην κατάσχεση του ηλεκτρονικού υπολογιστή του ιδίου και της συζύγου του, σε συνδυασμό με την επακόλουθη προσπάθεια για ποινική του δίωξη, με τον ισχυρισμό ότι ο ίδιος ήταν διαχειριστής του ιστολογίου. Ο Ξενοφώντος κατέστη υπόλογος για ένα σχόλιο το οποίο δημοσίευσε στο εν λόγω ιστολόγιο ένα τρίτο, ανώνυμο πρόσωπο, σχολιάζοντας ένα από τα άρθρα του ιστολογίου, και στο οποίο προσέδιδε στον δημοσιογράφο Μακάριο Δρουσιώτη, διάφορους χαρακτηρισμούς τους οποίους συναντά κάποιος καθημερινά στα γήπεδα, στα καφενεία και στα διάφορα ιστολόγια του διαδικτύου. Η αστυνομία, με προεδρικές εντολές, θεώρησε ως απειλή κατά της ζωής του Μακάριου Δρουσιώτη ένα σχόλιο το οποίο δεν απευθυνόταν σε κάποιον συγκεκριμένα, ούτε καν στον ίδιο τον Δρουσιώτη και θύμιζε περισσότερο κακόγουστη φάρσα, μια δήθεν απειλή την οποία τόσο σοβαρά εξέλαβε ο ίδιος ο Δρουσιώτης ώστε την δημοσίευσε στην ιστοσελίδα του για να διαδοθεί, αλλά και στην εφημερίδα του ώστε να γίνει γνωστή σε περισσότερους. Όσοι πραγματικά έχουν υποστεί απειλές στην ζωή τους, γνωρίζουν τι σημαίνει να προσπαθείς να περιορίσεις (και όχι να αυξήσεις) την διάδοση του ψεύδους και της απειλής.

Η προσπάθεια φίμωσης ενός αντιπολιτευτικού ιστολογίου μέσω της προσπάθειας εκφοβισμού και ποινικοποίησης της αντίθετης άποψης, συνοδεύτηκε από πρωτοσέλιδα δημοσιεύματα στα οποία όσοι υποστήριξαν την ελευθερία έκφρασης από όπου και αν προέρχεται, χαρακτηρίστηκαν ως υποστηρικτές ακραίου αντιπολιτευτικού λόγου και ως συνωμοσιολόγοι. Είτε είστε μαζί μας, είτε είστε εναντίον μας εξάλλου. Τα λόγια του Βολταίρου για την υπεράσπιση του δικαιώματος λόγου, ανεξάρτητα από το περιεχόμενο του λόγου, παρέμεινε άγνωστη γη για τους κυβερνώντες. Έγραφα τότε:

«Μπορεί άραγε ό,τι ονειρευτήκαμε να μας κοιτάξει αφυδατωμένο από την άχρωμη ρουσφετολογία μας, η οποία ξεφεύγει λάθρα από τον ηλεκτρονικό υπολογιστή της γραμματέως του Γενικού Γραμματέα; Να θυμηθεί το φως που ξέμεινε από την φωτιά, την φλόγα που μανιασμένα προσπαθούν να σβήσουν όσοι επιθυμούν ένα μέλλον φτιαγμένο στο τίποτα, χωρίς οράματα, χωρίς ιδεολογία; Ένα τίποτα, καρυκευμένο με ωραία συνθήματα και τραγούδια, χωρίς αντίκρισμα στην καθημερινότητα. Τα όμορφα όνειρα, όμορφα καίγονται; Ή μήπως μπορούν να ξαναζήσουν; Μπορούμε να ξεφύγουμε από την πόλωση στην οποία όλοι έχουμε ηθελημένα ή άθελά μας ενταχθεί; Μπορούμε να ζήσουμε χωρίς ετικέτες; Σε μια κοινωνία στην οποία ο Ξενής θα είναι ο τελευταίος οικογενειάρχης που διώκεται για τα πολιτικά του φρονήματα;»[11].

Τα ρουσφέτια, το κυπριακό και η επίκληση για ενότητα

Στις 18 Σεπτεμβρίου 2009, ύστερα από τετραήμερη συνεδρία, το Εθνικό Συμβούλιο έλαβε ομόφωνα απόφαση σχετικά με την πορεία των διαπραγματεύσεων στο κυπριακό πρόβλημα, επιβεβαιώνοντας τις αρχές επί των οποίων θα έπρεπε να στηρίζεται η επιδιωκόμενη λύση. Πώς όμως συμβιβαζόταν η απόφαση του Εθνικού Συμβουλίου ότι η λύση πρέπει να αποβλέπει την αποχώρηση των εποίκων (η οποία περιλαμβανόταν και στο προεκλογικό πρόγραμμα του Χριστόφια), με την εκφρασθείσα και μηδέποτε ανακληθείσα «γενναιόδωρη προσφορά» του Προέδρου για αποδοχή παραμονής 50.000 εποίκων ως ξεκίνημα διαλόγου με τον Ταλάτ; Ο Χριστόφιας λίγους μήνες μετά την εκλογή του, έσπευσε να υιοθετήσει μονομερώς την τουρκική επιδίωξη για εκ περιτροπής προεδρία ως πρόταση της ελληνοκυπριακής πλευράς στις διαπραγματεύσεις. Πρόταση την οποία διαδέχθηκε η πρόταση για στάθμιση των εγκύρων ψήφων ώστε στην πράξη η εφαρμογή της σταθμισμένης ψήφου να συνεπάγεται πως η ψήφος 500.000 Ελληνοκυπρίων στις εκλογές για Τουρκοκύπριο εκ περιτροπής Πρόεδρο θα είχε βαρύτητα ως αν είχαν ψηφίσει 31.250 Ελληνοκύπριοι. Οι γενναιόδωρες προσφορές του Προέδρου της Δημοκρατίας έγιναν βέβαια αντίθετα προς το προεκλογικό του πρόγραμμα, χωρίς την σύμφωνη γνώμη του Εθνικού Συμβουλίου και χωρίς να προηγηθεί οποιαδήποτε συζήτηση στην κοινή γνώμη.[12]

Οι πολλαπλές επικλήσεις για ενότητα του Κυπρίου Προέδρου ξεκάθαρα συνιστούσαν απαίτηση προς τους εσωκομματικούς του αντιπάλους για να μην ασκούν αντιπολίτευση και να συναινέσουν άνευ όρων στις προεδρικές επιλογές, είτε στο κυπριακό, είτε στην οικονομία[13]. Ενότητα σημαίνει κατά την αντίληψη που εκφράζεται από τους κύκλους του προεδρικού: «συμφωνείστε όλοι με τον Πρόεδρο». Παρομοίως ελευθερία έκφρασης συνεπάγεται σύμφωνα με τους ίδιους κύκλους: «Έχετε ελευθερία έκφρασης εφόσον συμφωνείτε με τον Πρόεδρο, αλλιώς είστε εθνικιστές και φασίστες». Στην πράξη η επίκληση της ενότητας συνιστούσε αίτημα για μη ύπαρξη αντιπολίτευσης και κριτικού λόγου κατά των επιλογών του Προέδρου. Εν τη ρύμη του λόγου, ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας αποκάλυψε το πραγματικό νόημα της επίκλησης ενότητας σε μια εκδήλωση στην Αστυπάλαια τον Αύγουστο του 2009, κατά την οποία ανέφερε ότι: «τον τελευταίο καιρό παρουσιάζονται φαινόμενα ανησυχητικά και αντιπολιτευτικές εξάρσεις, οι οποίες είναι αχρείαστες». Είναι αχρείαστη λοιπόν η αντιπολίτευση και μάλιστα σε ένα κρίσιμο ζήτημα όπως το κυπριακό πρόβλημα;

Η ισχυρή καχυποψία απέναντι στα κίνητρα και την αξιοπιστία της τουρκοκυπριακής πλευράς από πλευράς των Ελληνοκυπρίων και κατά συνέπεια η μειωμένη στήριξη της διαδικασίας ταχύρυθμων διαπραγματεύσεων ή υποχωρητικών ελιγμών, κατέστησε την επίκληση για ενότητα ως μέθοδο περιορισμού της κριτικής απέναντι στους κυβερνητικούς χειρισμούς και ως μέσο περιθωριοποίησης της αντίθετης άποψης. Η απουσία ενότητας χρησιμοποιείται επομένως ως άλλοθι που να δικαιολογεί την λήψη μονομερών αποφάσεων για υποχωρήσεις ώστε να προχωρήσει ομαλά η διαδικασία των διαπραγματεύσεων.

Δεν είναι άσχετη μέσα στα πλαίσια αυτά η συντονισμένη προσπάθεια δολοφονίας χαρακτήρων και η απόπειρα για χαρακτηρισμό ως απορριπτικών ή ως εθνικιστών ή ως ανθρώπων που δεν θέλουν την λύση, όσων επικρίνουν επιμέρους χειρισμούς του Προέδρου της Δημοκρατίας. Ως υπονομευτές του Προέδρου είχαν κατά καιρούς χαρακτηριστεί όχι μόνο εκπρόσωποι των αντιπολιτευόμενων κομμάτων, αλλά και εκπρόσωποι των συγκυβερνώντων κομμάτων. Καθίσταται επομένως σαφές ότι η επίκληση για ενότητα συνιστά είδος πολιτικής υποκρισίας, όταν στην πράξη συνιστά απόπειρα ακύρωσης της δημοκρατικής διαδικασίας, δηλαδή της αντιπαράθεσης επιχειρημάτων ή καταπίεση της αντίθετης άποψης μέσα από αντιδημοκρατικές μεθόδους. Ιδιαίτερα μάλιστα όταν και το ίδιο το Εθνικό Συμβούλιο απλώς ενημερώνεται για τις ενέργειες του Προέδρου, αντί να συμβάλλει στην διαμόρφωσή τους.[14] Πώς μπορεί να γίνεται λόγος για ενότητα από μια Κυβέρνηση που ξεκίνησε με παλλαϊκή υποστήριξη και κατάφερε να χάσει την εμπιστοσύνη μιας χώρας;

Η προεδρική θητεία του Δημήτρη Χριστόφια στιγματίστηκε από σωρεία σκανδάλων και έξαρση ρουσφετιού και αναξιοκρατίας. Το χειρότερο όμως υπήρξε η αντίδραση της Κυβέρνησης και του κυβερνώντος κόμματος απέναντι στα φαινόμενα αυτά, ως αν αυτά ήταν απολύτως φυσιολογικά σε μια κοινωνία και ως αν όσοι τα κατήγγειλαν ήταν εχθροί του λαού. Ίσως η πλέον χαρακτηριστική δήλωση της αντίληψης του Προέδρου Χριστόφια για την λειτουργία μιας δημοκρατίας, να ήταν η συχνά επαναλαμβανόμενη δήλωσή του ότι οι επιχειρηματίες πρέπει να μάθουν να συμπεριφέρονται υπεύθυνα και να μην προσφεύγουν στην Αναθεωρητική Αρχή Προσφορών ώστε να μην καθυστερούν τα έργα.[15] Γιατί να προσφεύγουν στα δικαστήρια διεκδικώντας το δίκαιό τους οι πολίτες; Γιατί να εφαρμόζονται οι κοινοτικές οδηγίες που σκοπό έχουν την διαφάνεια και την ισότητα των προσφοροδοτών; Σκοπός είναι να δίδονται οι προσφορές στους οικείους και να διασφαλίζεται ότι οι πράξεις αυτές δεν αμφισβητούνται ώστε να υπάρχει κίνδυνος ανατροπής τους. Μια κουλτούρα ρουσφετολογίας και αναξιοκρατικής σαπίλας που υποβαθμίζει την λειτουργία των δημοκρατικών θεσμών.

Η έκρηξη στο Μαρί και το πόρισμα Πολυβίου

Καμιά ενέργεια πάντως του Δημήτρη Χριστόφια δεν απαξίωσε τόσο τους δημοκρατικούς θεσμούς όσο η στάση του μετά την έκρηξη στο Μαρί. Η πολιτική ευθύνη είναι μια έννοια απόλυτα συνυφασμένη με τη δημοκρατική αρχή, εφόσον δεν νοείται η λειτουργία οποιουδήποτε δημοκρατικού συστήματος διακυβέρνησης χωρίς ανάληψη ή καταλογισμό πολιτικής ευθύνης. Και ανάληψη ευθύνης δεν είναι λεκτική, αλλά προϋποθέτει πράξεις. Η λεκτική ανάληψη ευθύνης μετά από μια έκρηξη που συνοδέυεται από απώλεια ζωών είναι χαρακτηριστικό των τρομοκρατικών οργανώσεων και όχι των δημοκρατικών ηγεσιών.

Το διάγγελμα του Δημήτρη Χριστόφια αμέσως μετά την έκρηξη και η εμφάνιση του ενώπιον της Επιτροπής Πολυβίου που διερευνούσε τα αίτια και τους υπαιτίους της έκρηξης στο Μαρί, επιβεβαίωσε ότι ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας βρέθηκε σε άρνηση να αναλάβει την πολιτική ευθύνη που του αναλογούσε. Κατά τον Πρόεδρο ευθύνονταν οι Υπουργοί και οι σύμβουλοι που ο ίδιος διόρισε και που ακολουθούσαν τις οδηγίες του, αλλά όχι ο ίδιος. Ισχυρίστηκε ότι δεν είχε γνώση των κρίσιμων συσκέψεων, την στιγμή που το σύνολο της μαρτυρίας αποδείκνυε πως η απόφαση για χειρισμό του φορτίου ήταν εξόχως πολιτική και συμβατή με τις πολιτικές του απόψεις.[16]

Ο Δημήτρης Χριστόφιας διόρισε ο ίδιος, ενόψει της λαϊκής κατακραυγής, ερευνητική επιτροπή, δηλώνοντας ότι θα σεβαστεί πλήρως το αποτέλεσμα της έρευνας όποιο και αν είναι αυτό. Σε όλο το χρονικό διάστημα μέχρι την έκδοση του πορίσματος Πολυβίου ο περίγυρος του προεδρικού επαναλάμβανε ότι όσοι συγκεντρώνονταν έξω από το Προεδρικό προέτρεχαν και ότι η αλήθεια θα λάμψει όταν εκδοθεί το πόρισμα. Ότι υπήρχαν στοιχεία και γεγονότα που δεν γνωρίζαμε. Τα μόνα στοιχεία και γεγονότα που υπήρχαν όμως ήταν αυτά που αποκάλυπταν τις ασήκωτες προσωπικές ευθύνες του Προέδρου και των συν αυτώ. Και αυτά εντίμως αποκάλυψε το Πόρισμα Πολυβίου, το οποίο ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας αρνήθηκε, για μια ακόμα φορά να σεβαστεί, αθετώντας τον λόγο του.

Πώς να υπάρχει εμπιστοσύνη στους θεσμούς όταν η Κυβέρνηση επανειλημμένα αποκαλύπτεται ψευδόμενη; Πώς να υπάρξει μέλλον όταν ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας αρνείται να αναλάβει τις ευθύνες του; Πέρασαν δύο χρόνια και τίποτα δεν έχει βρεθεί που να διαψεύδει το πόρισμα Πολυβίου έστω και κατά μια λέξη. Ούτε και θα βρεθεί. Είναι μεγάλη η πίκρα και η οργή όταν οι πολίτες διαπιστώνουν ότι η ηγεσία τους δεν προστατεύει τα συμφέροντά τους. Πώς να πιστέψει κανείς τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας ότι η σκέψη του βρισκόταν στους συγγενείς των θυμάτων, όταν έστειλε αστυνομία για να ανακόψει τους συγγενείς από το να τον επισκεφθούν στο Κελλάκι;[17] Ο τρόπος αντιμετώπισης των νεκρών από την Κυβέρνηση και τις κομματικές εφημερίδες υπήρξε η μέγιστη απόδειξη της διαφθοράς και ανεπάρκειας ενός συστήματος το οποίο έχει τόσο χορτάσει από την εξουσία, ώστε αντιμετωπίζει τους ανθρώπους σαν σφάγια. Ακόμα και στις πρωτόγονες κοινωνίες τιμάται η μνήμη των νεκρών, πολύ δε περισσότερο των νεκρών που χάθηκαν αναίτια λόγω της κρατικής ανεπάρκειας. Εδώ όμως οι στρατευμένες κομματικές εφημερίδες ασχημονούσαν με την ανοχή και γνώση του Προέδρου κατά των συγγενών των νεκρών, σε μια προσπάθεια να πείσουν κάποιους τελευταίους τυφλούς και φανατισμένους ότι φταίνε οι νεκροί.[18]


[1] Βλ. αναλυτικά Α. Αιμιλιανίδης, ‘Πόσο Δημοκρατική είναι η Δημοκρατία;’ (2009) 28 Κυπριακή Μαρτυρία: 146-153.

[2] Βλ. αναλυτικά Α. Αιμιλιανίδης, ‘Ποιος Φανατίζει τους Νέους;’ (2009) 16 Σύγχρονη Άποψη 106.

[3] Βλ. και το ρεπορτάζ του Μ. Χατζηβασίλη, Φιλελεύθερος, 6/9/2011.

[4] Α. Αιμιλιανίδης, Ξ. Ξενοφώντος, ‘Εξύβριση του Προέδρου: Μια Νομική Προσέγγιση’ Φιλελεύθερος, 7/9/2011.

[5] E.g. Castellis v. Spain, 23/4/92, Dichand v. Austria, 26/2/02, Scharsach v. Austria, 13/11/03. Το Ανώτατο Δικαστήριο των ΗΠΑ έχει επίσης τονίσει πως τα επιθετικά ή υβριστικά λόγια τυγχάνουν περισσότερης προστασίας όταν γίνονται σε πολιτικό επίπεδο και στρέφονται κατά ηγετικών πολιτικών προσώπων για τις πολιτικές τους πράξεις (e.g. Gooding v. Wilson 405 US 518 -1972, Rosenfeld v. New Jersey 408 US 901-1972). Σχετική είναι και η συζήτηση στο πρόσφατο σύγγραμμα των I.Hare, J.Weinstein, Extreme Speech and Democracy, Oxford, 2010.

[6] Βλ. και σχολιασμό στο εκδοτικό σημείωμα ‘Έχουμε Άποψη’ (2010) 20 Σύγχρονη Άποψη 4.

[7] Ενδεικτική των γενικότερων τακτικών αποπροσανατολισμού ήταν η αποχώρηση του Συμβούλου του Προέδρου Τουμάζου Τσελεπή από το στούντιο του Αντέννα στις 20/10/2009, θεωρώντας ότι, κατά τη διάρκεια μεσημβρινής εκπομπής, προσβλήθηκε από τους δικηγόρους συνομιλητές του. Επακολούθησε μια πρωτοφανής για τα κυπριακά δεδομένα επίθεση κατά των συνομιλητών του κ. Τσιελεπή επίθεση μέσω ανακοινώσεων από το κυβερνόν κόμμα και τις ελεγχόμενες από αυτό εφημερίδες.

[8] Ίσως το πιο ακραίο φαινόμενο ήταν η μετάδοση είδησης από τηλεοπτικό κανάλι συμφερόντων του κυβερνώντος κόμματος για σχέδιο ανατροπής του Προέδρου της Δημοκρατίας από φασιστικές οργανώσεις, με προβολή εικόνας φοιτητών που μετείχαν σε αντικατοχικό συλλαλητήριο κατά τον χρόνο μετάδοσης της είδησης. Το τηλεοπτικό κανάλι τελικά απολογήθηκε.

[9] Υπόθεση 14809/08, Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας v. Φτωχόπουλου, 29/4/2010. Βλ. ‘Η Δικαστική Δικαίωση του Βάσου Φτωχόπουλου’ (2010) 23 Σύγχρονη Άποψη 50.

[10] 7/3/2013, βλ. και ‘Αθωώθηκε ο Παππούς Φασίστας’ http://www.sigmalive.com/news/local/33978.

[11] Α. Αιμιλιανίδης, ‘Τι έχει μείνει απ’ την Φωτιά;’ (2010) 23 Σύγχρονη Άποψη 41, 42.

[12] Βλ. αναλυτικά για τις διαπραγματεύσεις, τις «γενναιόδωρες προσφορές» και την ανοχή του Κυπρίου Προέδρου έναντι της ομάδας Ντάουνερ και του ρόλου της στην προσπάθεια εκφοβισμού και άσκησης προπαγάνδας κατά της ελληνοκυπριακής κοινής γνώμης Α. Αιμιλιανίδης, Γ. Κέντας, Μ. Κοντός, Σημαδεμένη Τράπουλα, Power Publishing, Λευκωσία, 2010.

[13] Για την στάση του Δημήτρη Χριστόφια στην οικονομία και τις καταστροφικές επιλογές του βλ. αναλυτικά Χ. Ιωάννου, Α. Αιμιλιανίδης, ‘Πως η Κύπρος Βυθίστηκε στην Κρίση: Τα Πραγματικά Αίτια και οι Ευθύνες’ Foreign Affairs: The Hellenic Edition, Φεβρουάριος 2013, 41-51.

[14] Βλ. για τα πιο πάνω Α. Αιμιλιανίδης, Γ. Κέντας, Μ. Κοντός, Σημαδεμένη Τράπουλα, Power Publishing, Λευκωσία, 2010, 70-75.

[15] Βλ. Π. Βασιλείου, ‘Εργολάβοι, Κυβέρνηση και Δημόσια Έργα’ (2009) 13 Σύγχρονη Άποψη 80.

[16] Βλ. σχετικά και Α. Αιμιλιανίδης, ‘Η Πολιτική Ευθύνη του Προέδρου’ Σημερινή, 7/9/2011.

[17] Χαρακτηριστικό δείγμα της καθεστωτικής αυτής νοοτροπίας υπήρξε η συνέντευξη της συζύγου του Προέδρου Χριστόφια, Έλσης, στο (1333) «Περιοδικό» 25/11/2011 44-48.

[18] Βλ. και Α. Αιμιλιανίδης, ‘Ομιλία στη Διαδήλωση της 11ης Ιουλίου 2012 για το έγκλημα στο Μαρί’, διαθέσιμη στην http://cyprus.indymedia.org/node/4718.

Σχόλια

Σχόλια