Στο φύλλο της Κυριακής, 4 Αυγούστου, η εφημερίδα Φιλελεύθερος ασχολήθηκε εκτενώς με την ύπαρξη μιας νέας τάσης στο αμεριανικό υπουργείο εξωτερικών για αναβάθμιση των αμερικανικών σχέσεων με την Κύπρο, στα πλαίσια μιας τετραμερούς συνεργασίας μεταξύ ΗΠΑ, Ισραήλ, Ελλάδας και Κύπρου. Ως βασικό αίτιο της νέας αυτής τάσης καταγράφεται η έλλειψη εμπιστοσύνης στην επί δεκαετίες στενή σύμμαχο των Αμερικανών Τουρκία λόγω της συνεχιζόμενης τουρκοϊσραηλινής διαμάχης, της ισλαμογενούς πολιτικής της κυβέρνησης Ερντογάν και της ανάπτυξη ανεξάρτητης τουρκικής ατζέντας στην περιοχή της Μέσης Ανατολής.

Μπορεί αρκετοί αναγνώστες να δυσπιστούν έναντι μιας ενδεχόμενης αμερικανικής στροφής έναντι της Τουρκίας και της Κύπρου, κυρίως λόγω του ρόλου των ΗΠΑ κατά την τραγωδία του 1974, αλλά και της μετέπειτα-κατά καιρούς-αντικυπριακής πολιτικής τους, με αποκορύφωμα την προσπάθεια επιβολής του σχεδίου Ανάν. Εν τούτοις, οι ΗΠΑ έχουν πραγματοποιήσει ξανά παρόμοιες ρήξεις με το παρελθόν της εξωτερικής τους πολιτικής, όταν εξωγενείς παράγοντες μετέβαλλαν τα αμερικανικά συμφέροντα. Είναι δε σημαντικό να αναφερθεί ότι η όποια πολιτική της Ουάσιγκτον σε σχέση με την Τουρκία και την Κύπρο δεν είναι αυτούσια, αλλά εντάσσεται στα πλαίσια της στρατηγικής της προσέγγισης για την ευρύτερη περιοχή. Πιο κάτω παρατίθενται δύο περιπτώσεις κατά της οποίες εξωγενείς παράγοντες οδήγησαν σε αντίστοιχους στρατηγικούς αναπροσανατολισμούς των ΗΠΑ στην περιοχή μας.

Από το MEDO στο CENTO, λόγω Αιγύπτου

Τον Οκτώβριο του 1951 το Ηνωμένο Βασίλειο, οι ΗΠΑ και η Γαλλία, σε συνεργασία με την Τουρκία και άλλα φιλικά κράτη, σε μία προσπάθεια διαμόρφωσης ενός συμμαχικού αμυντικού μηχανισμού στη Μέση Ανατολή, στα πρότυπα του ΝΑΤΟ, προώθησαν την ιδέα της δημιουργίας ενός Αμυντικού Οργανισμού Μέσης Ανατολής (Middle East Defense Organization/MEDO). Στόχος των Αμερικανών, οι οποίοι αποτέλεσαν την κινητήριο δύναμη των διαδικασιών, ήταν να διατηρήσουν τη Σοβετική επιρροή μακριά από την εξαιρετικής σημασίας περιοχή της Μέσης Ανατολής. Ως ιδανική τοποθεσία για την εγκατάσταση του αρχηγείου του νέου οργανισμού είχε θεωρηθεί το Σουέζ, γεγονός που αναδείκνυε τη στρατηγική σημασία της Αιγύπτου. Εν τούτοις, η διαμάχη της Αιγύπτου με το Ηνωμένο Βασίλειο σχετικά με το ζήτημα της αποχώρησης των βρετανικών στρατευμάτων από το Σουέζ αποδείχτηκε ανυπέρβλητο εμπόδιο. Η άρνηση της Αιγύπτου να συνεργαστεί, η καχυποψία των πλείστων αραβικών κρατών, ως επίσης και η μαινόμενη αραβοϊσραηλινή διαμάχη, οδήγησαν το σχέδιο σε ναυάγιο μετά από δύο χρόνια άκαρπων διαπραγματεύσεων.

Μετά την εγκατάλειψη της ιδέας του MEDO η αμερικανική κυβέρνηση έστρεψε την προσοχή της σε άλλη κατεύθυνση: Σε μία συζήτηση στα πλαίσια Συμβουλίου Εθνικής Ασφαλείας τον Ιούνιο του 1953, παρώντος του Προέδρου Ντουάιντ Αϊζενχάουερ, ο ΥΠΕΞ Τζων Φόστερ Ντάλλες υποστήριξε ότι η προσοχή των ΗΠΑ θα έπρεπε να στραφεί στο λεγόμενο «βόρειο διάζωμα κρατών» (Northern Tier), δηλαδή την Τουρκία, το Ιράκ, τη Συρία και το Πακιστάν. Ως εκ τούτου, αντί της λογικής του MEDO, οι δυτικές δυνάμεις κατέληξαν στο Σύμφωνο της Βαγδάτης μεταξύ Τουρκίας και Ιράκ, το 1955, ως την πλέον εφικτή εναλλακτική επιλογή για τη δημιουργία ενός συμπαγούς στρατηγικού χώρου ανάσχεσης ενδεχόμενης σοβιετικής επέκτασης στη Μέση Ανατολή. Μετά την πρώτη αυτή υπογραφή, στο σύμφωνο προσχώρησαν το Ιράν, το Πακιστάν και το Ηνωμένο Βασίλειο, υλοποιώντας έτσι τη λογική του «βορείου διαζώματος» και ολοκληρώνοντας ένα γεωστρατηγικό παζλ το οποίο εξυπηρετούσε τα αμερικανικά συμφέροντα. Τρία χρόνια αργότερα, το Ιράκ αποχώρησε από το Σύμφωνο στα πλαίσια της νέας αδέσμευτης πολιτικής του, γεγονός που οδήγησε στη μετονωμασία του οργανισμού σε CENTO (Central Treaty Organization).

Καθίσταται λοιπόν σαφές ότι η αρνητική στάση της Αιγύπτου-η οποία προηγουμένως αποτελούσε ύψιστη στρατηγική προτεραιότητα για τη Δύση-ήταν ο βασικός λόγος μετατόπισης του σημείου εστίασης της αμερικανικής στρατηγικής στο «βόρειο διάζωμα».

Ο «θάνατος» του CENTO λόγω Ιράν

Μετά την αποχώρηση του Ιράκ από το CENTO, την αναβάθμιση των σχέσεων της Σοβιετικής Ένωσης με αρκετά κράτη της περιοχής (περιλαμβανομένων του Ιράκ και της Αιγύπτου), τη διαρκή χειροτέρευση των αραβοϊσραηλινών σχέσεων και την εδραίωση της εξουσίας του φιλοδυτικού Σάχη Μοχαμάντ Ρεζά Παχλαβί στο Ιράν, αναδείχθηκε σημαντικά η στρατηγική αξία της Τεχεράνης. Κομβικής σημασίας για την αναβάθμιση του Ιράν για τους δυτικούς ήταν και η αποχώρηση των βρετανικών στρατευμάτων από το Μπαχρέιν το 1971, η οποία συνιστούσε σοβαρή υποχώρηση της δυτικής παρουσίας στην περιοχή του Περσικού Κόλπου. Ο Σάχης κατέστη ο κύριος εκφραστής των αμερικανικών συμφερόντων στο μουσουλμανικό κόσμο και την ευρύτερη περιοχή. Μέσα σε λίγα χρόνια, κατά τη δεκαετία του ’70, ως αποτέλεσμα της ραγδαίας αύξησης της αμερικανικής οικονομικής και στρατιωτικής βοήθειας, ο ιρανικός στρατός κατέστη ο πέμπτος ή έκτος μεγαλύτερος στον κόσμο. Ούτε η αυταρχική διαχείριση του Σάχη στα εσωτερικά της χώρας, ούτε η μιλιταριστική του μεγαλομανία, αλλά ούτε και ο καταλυτικός του ρόλος στην καταστροφική αύξηση των τιμών του πετρελαίου επέδρασαν αρνητικά στις σχέσεις μεταξύ ΗΠΑ και Ιράν.

Εν τούτοις, όλα άλλαξαν εν μία νυκτί: Η ισλαμική επανάσταση του Φεβρουαρίου του 1979, η ανατροπή του Σάχη και η ίδρυση της Ισλαμικής Δημοκρατίας υπό τον Αγιατολλάχ Ρουντολλάχ Χομεϊνί, οδήγησαν στην πλήρη διακοπή των σχέσεων μεταξύ Τεχεράνης και Ουάσιγκτον. Το νέο καθεστώς απέσυρε άμεσα τη συμμετοχή του Ιράν από το CENTO, το οποίο (όντας από καιρό σε πορεία υποβάθμισης) διαλύθηκε άδοξα. Η γεωπολιτική αυτή ανακατάταξη έθεσε τέρμα στην προσπάθεια των Αμερικανών να δημιουργήσουν ένα συμπαγές και θεσμοθετημένο συμμαχικό σχήμα στην περιοχή. Πλέον η Ουάσιγκτον περιορίστηκε στην ανάπτυξη σχέσεων σε καθαρά διμερές επίπεδο. Η δε απώλεια του Ιράν οδήγησε στην περεταίρω αναβάθμιση της γεωστρατηγικής αξίας της Τουρκίας, η οποία-από κοινού με το Ισραήλ-κατέστη ο πλέον αξιόπιστος εταίρος των ΗΠΑ στην περιοχή.

Μια μετα-Ανανική προσέγγιση στο κυπριακό

Βλέπουμε λοιπόν ότι το ενδεχόμενο ενός νέου αναπροσανατολισμού των αμερικανικών στρατηγικών προτεραιοτήτων στην περιοχή δεν είναι άνευ προηγουμένου. Τέτοιες εξελίξεις υπαγορεύονται συνήθως από κάποια αλλαγή στις αμερικανικές αντιλήψεις σε σχέση με συγκεκριμένα κράτη-κλειδιά. Θα αποτελέσει η υποβάθμιση της τουρκικής αξιοπιστίας το εφαλτήριο μιας νέας αμερικανικής στροφής, αυτή τη φορά προς τα μη μουσουλμανικά κράτη της περιοχής;

Σε κάθε περίπτωση η Κυπριακή Δημοκρατία θα πρέπει να είναι διπλά προσεκτική. Για να μπορέσει να επωφεληθεί της όποιας αλλαγής γεωστρατηγικών δεδομένων στην περιοχή θα πρέπει να επιδιώξει συστηματικά τη μεταβολή των όρων επίλυσης του κυπριακού και την εδραίωση-εντός και εκτός Κύπρου-μιας βασικής αρχής: Η όποια λύση του κυπριακού να μην υπαγάγει την Κύπρο στην τουρκική επικυριαρχία (όπως το σχέδιο Ανάν και η διαδικασία Ντάουνερ διασφαλίζουν), αλλά να διαφυλάσσει την ανεξάρτητη και κυρίαρχη κρατική μας υπόσταση. Κάτι τέτοιο θα ήταν προς το συμφέρον τόσο του κυπριακού λαού, όσο και των μεγάλων εκείνων δυνάμεων που δεν επιθυμούν την εδραίωση της τουρκικής ηγεμονίας στην περιοχή.

Σχόλια

Σχόλια