Η Ευρώπη και η Κύπρος σήμερα

Οι γράφοντες δεν έτρεφαν ποτέ ψευδαισθήσεις είτε για την πορεία της Ευρωπαϊκής Ενοποίησης (βλ. Αιμιλιανίδης, Κοντός και Κέντας, Η Ευρωπαϊκή Ένωση μπροστά στο Μέλλον, Power Publishing, 2007), είτε για τα προβλήματα που αντιμετωπίζει το ενιαίο νόμισμα (πιο πρόσφατα Χ. Ιωάννου και Α. Αιμιλιανίδης, «Οικονομική Κρίση: Μια Κρίση Θεσμών για την Ευρώπη» Eurodialogue, 2012). Η προσπάθεια επίτευξης κοινής οικονομίας χωρίς κοινή πολιτική στηρίζεται σε εσφαλμένη βάση εκ των πραγμάτων, εφόσον η οικονομία δεν μπορεί να προχωρήσει χωρίς πολιτική. Και αυτό ακόμα και αν παραγνωριστεί η αυτονόητη κριτική ότι η νομισματική ένωση δεν στηρίχθηκε στην πραγματικότητα ούτε καν σε οικονομική ένωση.

Είναι πιθανόν ότι το ευρώ μέσα στο προσεχές χρονικό διάστημα θα τεθεί αντιμέτωπο με κρίσιμα ερωτήματα που να αφορούν την βιωσιμότητά του. Όπως είχε αναφέρει ορθά ο Τζον Μέιναρντ Κέινς «οι αγορές μπορούν να παραμείνουν παράλογες για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα από αυτό που μπορεί κάποιος να παραμείνει φερέγγυος». Όπως δε παρατηρήσαμε στο παρελθόν ο απλός οικονομικός συντονισμός δεν είναι αρκετός. Για την επιβίωση της ευρωζώνης είναι σημαντικό να αποκατασταθεί η εμπιστοσύνη στο χρηματοπιστωτικό της σύστημα και να νιώσουν οι αποταμιευτές το αίσθημα της ασφάλειας, αίσθημα το οποίο με την πρόσφατη απόφαση του Eurogroup μειώθηκε σε ιδιαίτερα έντονο βαθμό.

Το γεγονός ότι το μέλλον του ευρώ είναι άδηλο όμως είναι ένα κάπως διαφορετικό ερώτημα από κατά πόσο πρέπει η Κυπριακή Δημοκρατία να παραμείνει ή όχι σήμερα εντός του ευρώ. Ως θέμα αρχής η μεταβολή στρατηγικής εν μία νυχτί και υπό καθεστώς απογοήτευσης σπανίως στηρίζεται σε ισχυρά ερείσματα. Παρομοίως η παραγνώριση της σύνδεσης πολιτικής και οικονομικής ενοποίησης υπήρξε μια από τις πλέον εσφαλμένες προσεγγίσεις των θεωρητικών της ΕΕ και υπάρχει κίνδυνος μια παρόμοια παραγνώριση να οδηγήσει και σήμερα σε εσφαλμένα συμπεράσματα. Ενόσω το διεθνές σύστημα παραμένει άναρχο, η καθιέρωση νομίσματος, είτε κοινού, είτε και εθνικού, δεν μπορεί αφ’ εαυτής να επιλύσει τα προβλήματα που προκύπτουν από την διασύνδεση της πολιτικής με την οικονομία στο πεδίο των διεθνών σχέσεων.

Η πρόσφατη κρίση δεν ήταν οικονομική, με την έννοια μιας οικονομίας αποκομμένης από την πολιτική. Υπήρξε αντίθετα βαθύτατα πολιτική, αποτέλεσμα ιδεολογικών αγκυλώσεων και άρνησης συνδιαλλαγής με τις δομές των διεθνών αγορών και πολιτικής κατανόησης των μηχανισμών λειτουργίας του παγκόσμιου οικονομικού συστήματος (βλ. Ιωάννου και Αιμιλιανίδης, «Η πορεία προς την κυπριακή οικονομική κρίση: Αναζητώντας τα πραγματικά Αίτια», Foreign Affairs, Φεβρουάριος, 2013). Παρομοίως και η αναζήτηση μεθόδου για την αντιμετώπιση της κρίσης δεν μπορεί να στηρίζεται αποκλειστικά σε οικονομικά, αλλά σε βαθύτατα πολιτικά κριτήρια και απαιτεί σοβαρή περίσκεψη και προβληματισμό. Κυρίως όμως προϋποθέτει μελέτη εναλλακτικών επιλογών.

Ως πρέπει πλέον να αποδείχθηκε και στο πρόσφατο Eurogroup, και ως επανειλημμένα είχε αποδειχθεί στους μελετητές του ιστορικού παρελθόντος, η διεθνής πολιτική και η διενέργεια διαπραγματεύσεων στα ευρωπαϊκά όργανα στηρίζεται πρωτίστως σε συμφέροντα και όχι σε φιλίες, είτε προσωπικές, είτε διαπροσωπικές ή σε ιδεολογικές συγγένειες. Κατά συνέπεια για να ασκηθεί διαπραγμάτευση θα πρέπει να καταστρωθούν εναλλακτικές επιλογές, σχέδια Β΄. Μόνο αν τεθούν εναλλακτικά σχέδια μπορεί να υπάρξει πραγματική διαπραγμάτευση, διότι η διαπραγμάτευση προϋποθέτει πειστικότητα απειλής ότι υπάρχουν και εναλλακτικές επιλογές. Διαφορετικά δεν συνιστά διαπραγμάτευση, αλλά απλώς αποδοχή των τετελεσμένων.

Κυρίως όμως η κατάρτιση των εναλλακτικών σχεδίων προϋποθέτει την απαλλαγή από ιδεολογικές αγκυλώσεις, είτε αυτές συνίστανται στην πολιτική, πλην όμως ατεκμηρίωτη, πεποίθηση ότι η έξοδος από την ευρωζώνη συνιστά από μόνη της την απάντηση σε όλα τα προβλήματα, είτε συνίστανται στην επίσης πολιτικά και επιστημονικά ανεπαρκή εμμονή ότι δεν υπάρχει καν λόγος κατάρτισης εναλλακτικών σχεδιασμών διότι η Κύπρος δεν έχει άλλες επιλογές πέραν της αποδοχής όσων της επιβάλουν. Η αξιολόγηση των σχεδιασμών πρέπει να στηρίζεται κυρίως σε ανάλυση στοιχείων, απαλλαγμένα από οποιεσδήποτε ιδεολογικές εμμονές και προδιάθεση απόδειξης οποιασδήποτε θέσης. Κυρίως απαλλαγμένη από συναισθηματισμούς- και να σημειώσουμε ότι οι συναισθηματισμοί λαμβάνουν διάφορες μορφές και δεν συνδέονται με την θέση που κάποιος εκφράζει. Η παθιασμένη άρνηση συνδιαλλαγής με αντίθετες απόψεις υπήρξε δυστυχώς διαχρονικό χαρακτηριστικό του συνόλου κυπριακού πολιτικού συστήματος.

Ποιες οι συνέπειες εξόδου της Κύπρου από το ευρώ

Έχει ξεκινήσει μια συζήτηση για άμεση έξοδο της Κύπρου από το ευρώ. Με την σεναριολογία για το εν λόγω ζήτημα να βρίσκεται σε ένταση, οι φόβοι των πολιτών για μια ενδεχόμενη έξοδο μεταφράζονται σήμερα σε αγωνιώδη ερωτήματα, αφού κανείς δεν γνωρίζει τι θα προϋπέθετε ένα τέτοιο σενάριο. Είναι για αυτόν ακριβώς το λόγο που το ζήτημα αυτό δεν πρέπει να αντιμετωπίζεται με αβάσταχτη ελαφρότητα, ούτε και να διεξάγεται δημαγωγικά με στόχο την αποκόμιση πολιτικών οφελών.

Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η υπογραφή του μνημονίου, σε συνδυασμό με την πρόσφατη απόφαση του Eurogroup, είναι επιλογή που θα οδηγήσει σε τεράστια ύφεση. Έχουν λεχθεί πολλά σε σχέση με την εσφαλμένη οικονομική και πολιτική λογική που χαρακτηρίζει την σημερινή ευρωπαϊκή ηγεσία. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η σημερινή ευρωπαϊκή ηγεσία είναι ανεπαρκής. Παρομοίως, η λογική των μνημονίων, ως έχει αποδειχθεί και στην πράξη σε άλλες χώρες, δεν μπορεί να οδηγήσει στην ανάπτυξη, αλλά οδηγεί τελεολογικά σε περαιτέρω ύφεση. Το πρώτο μνημόνιο δεν μπορεί παρά να οδηγήσει υποχρεωτικά και σε δεύτερο μνημόνιο, ανεξάρτητα από τις καλές προθέσεις οποιασδήποτε κυβέρνησης να το εφαρμόσει, διότι στηρίζεται σε στρεβλή λογική. Είναι αδύνατον να υπάρξει οικονομική ανάπτυξη, όταν η λογική του μνημονίου οδηγεί σε ύφεση. Και δυστυχώς οι προσεχείς μήνες ή και χρόνια θα είναι πολύ δύσκολοι για την Κύπρο.

Από κει και πέρα όμως, η επιλογή της άμεσης εξόδου από το ευρώ δεν επιλύει τα προβλήματα, κατά τον τρόπο που ορισμένοι φαίνεται να εισηγούνται. Είναι σημαντικό να αντιληφθεί κανείς ότι από την στιγμή που τυχόν έξοδος θα εξαγγελθεί ερήμην αυστηρότατων (και άκρως προβληματικών για την οικονομία) μέτρων στις εκροές κεφαλαίων, θα υπάρξει μαζική φυγή κεφαλαίων. Πολλοί θα είναι αυτοί που θα αποσύρουν τα κεφάλαιά τους στο εξωτερικό, αναμένοντας την υποτίμηση του νέου νομίσματος, αλλά και αυτοί που θα αποσύρουν τις καταθέσεις τους και θα διατηρήσουν ευρώ σε μορφή ρευστού. Αυτό θα οδηγήσει τράπεζες και επιχειρήσεις σε περαιτέρω κατάρρευση ή και πτώχευση, ενώ η οικονομία θα μετατραπεί ουσιαστικά σε οικονομία δύο νομισμάτων.

Σημαντικό είναι επίσης να επισημάνουμε ότι σε περίπτωση εξόδου από το ευρώ, δεν είναι ορθό να εξισώνει κανείς την επαναφορά της λίρας με τη ζωή του Κύπριου πολίτη πριν το 2008 (το έτος που υιοθετήθηκε το Ευρώ). Αντίθετα, θα υπήρχε μια σημαντική υποτίμηση του νέου νομίσματος σε ονομαστικούς όρους. Η έξοδος της χώρας από το ευρώ και η επιστροφή στο εθνικό νόμισμα θα οδηγούσε ουσιαστικά σε περαιτέρω μείωση του βιοτικού επιπέδου του Κύπριου πολίτη, αφού θα καταγραφόταν μείωση του κατά κεφαλήν εισοδήματος και, το σημαντικότερο, μείωση της ισοτιμίας αγοραστικής δύναμης (purchasing power parity). Αυτό πρακτικά σημαίνει ότι η αγοραστική δύναμη των Κυπρίων πολιτών (εργαζομένων, συνταξιούχων, φοιτητών) θα μειωθεί παράλληλα με το ποσοστό της υποτίμησης. Στις τσέπες των καταναλωτών αυτό θα μεταφραστεί σε υψηλότερες τιμές, ιδιαίτερα όσον αφορά σε εισαγόμενα προϊόντα, ενώ και η μετάβαση στο εξωτερικό θα καταστεί πολύ ακριβότερη.

Θα βιώναμε έτσι ουσιαστικά ανοδικές πληθωριστικές τάσεις, αυτοτροφοδοτούμενες από συνεχείς αυξήσεις στις τιμές εισαγόμενων αγαθών, γεγονός που θα ακύρωνε το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα που θα μπορούσε να είχε η χώρα μας από την υποτίμηση του νέου νομίσματος. Δεν πρέπει όμως να ξεχνά κανείς ότι η Κύπρος είναι κατ’ εξοχήν εισαγωγέας και όχι εξαγωγέας και ως εκ τούτου δεν έχει τίποτα να κερδίσει στον εμπορικό τομέα από ένα υποτιμημένο νόμισμα. Αυτό ουσιαστικά ακυρώνει και το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα από την υποτίμηση. Ακόμα και τα σχετικά λιγοστά εγχώρια προϊόντα που παράγουμε δεν θα παρουσιάσουν ιδιαίτερη μείωση στις τιμές τους, αφού θα επηρεάζονται από τις (εισαγόμενες) πρώτες ύλες, το πετρέλαιο και τα καύσιμα. Μια τέτοια εξέλιξη θα έπληττε βέβαια περισσότερο τις οικονομικά ασθενέστερες ομάδες του πληθυσμού.

Ένα από τα θετικά που πιστώνεται το τελευταίο διάστημα στο σενάριο μετάβασης μας στο εθνικό νόμισμα είναι ότι η Κεντρική Τράπεζα, με εντολή του κράτους, θα μπορούσε να προβεί σε κοπή χρήματος ούτως ώστε να καλυφθεί το πρωτογενές έλλειμμα και να χρηματοδοτηθούν οι ανάγκες του κράτους. Αυτό όμως θα επέφερε επιπλέον άνοδο του πληθωρισμού και περαιτέρω υποτίμηση του νέου νομίσματος. Το νέο νόμισμα θα έμπαινε ουσιαστικά σε ένα φαύλο κύκλο συνεχούς υποτίμησης, με καταστροφικές συνέπειες, αφού εισαγωγείς, τραπεζικά ιδρύματα και άλλοι επηρεαζόμενοι φορείς θα βρίσκονταν ουσιαστικά αντιμέτωποι με τεράστιες διακυμάνσεις στην ισοτιμίας της νέας λίρας.

Οι συνεχείς υποτιμήσεις σε συνδυασμό με τη συρρίκνωση του ΑΕΠ θα οδηγούσαν σε διόγκωση του δημόσιου χρέους. Παράλληλα το ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών θα επιδεινωνόταν ένεκα κυρίως των μειωμένων κεφαλαιακών εισροών και της εκροής κεφαλαίων από την χώρα. Αυτό θα δημιουργούσε προβλήματα ρευστότητας τα οποία δεν θα μπορούσε να καλύπτει το κράτος επ’ αόριστον με την κοπή νέου χρήματος. Ενδεχομένως κάτι τέτοιο να οδηγούσε την χώρα και σε αναγκαστική αθέτηση των υποχρεώσεών της προς στους δανειστές της. Αυτό όχι μόνο θα είχε δυσμενή αντανάκλαση στην αξιολόγηση του κράτους από τους διεθνείς οίκους αξιολόγησης, αλλά και στις συναλλαγές των κυπριακών επιχειρήσεων με το εξωτερικό. Η προαναφερθείσα δυσκολία πρόσβασης σε συνάλλαγμα που θα αντιμετώπιζε το κράτος θα είχε ως αποτέλεσμα τη δυσκολία εισαγωγής βασικών αγαθών, όπως φάρμακα και καύσιμα. Σε μια τέτοια περίπτωση ενδεχομένως να βυθιζόμασταν σε βαθύτερη ύφεση.

Η γεωπολιτική διάσταση

Κατά συνέπεια το να ισχυριστεί κάποιος ότι η έξοδος από το ευρώ σήμερα (και υπογραμμίζουμε το «σήμερα») θα ήταν μια ικανοποιητική διέξοδος, δεν μας φαίνεται καθόλου πειστικό. Όπως ανεπαρκέστατη είναι ως επιλογή η υπογραφή του μνημονίου, εξίσου ή και περισσότερο ανεπαρκής είναι και η επιλογή εξόδου από το ευρώ. Ο διάλογος για το κατά πόσον θα έπρεπε να επιστρέψει η Κύπρος στη κυπριακή Λίρα ως μέσον αντιμετώπισης του ενδεχομένου της οικονομικής κατάρρευσης εν όψει είτε των δυσβάστακτων προνοιών του μνημονίου, είτε νέων, απαράδεκτων αξιώσεων της Τρόικα, ενέχει μία λογική υπό έναν όρο: Ότι τυχόν αποχώρηση από την Ευρωζώνη γίνεται κατόπιν ενδελεχούς έρευνας η οποία καταδεικνύει ότι το ισοζύγιο κόστους-οφέλους για την Κυπριακή Δημοκρατία αποβαίνει θετικό. Δεν είναι όμως μόνο η οικονομική πτυχή. Το ζήτημα του νομίσματος έχει και σημαντική γεωπολιτική διάσταση.

Η Κυπριακή Δημοκρατία είναι ένα μικρό κράτος, γεωγραφικά τοποθετημένο σε μια από τις πιο σημαντικές περιοχές του πλανήτη από γεωπολιτικής άποψης. Ταυτόχρονα, αντιμετωπίζει ένα σοβαρό κίνδυνο ασφάλειας και επιβίωσης που οφείλεται στον Τουρκικό ηγεμονισμό και στην αμφισβήτηση από πλευράς Άγκυρας τόσο των κυριαρχικών της δικαιωμάτων στην Αποκλειστική Οικονομική Ζώνη (ΑΟΖ) της, όσο και της ίδιας της ύπαρξής της ως κράτος. Είναι σημαντικό για ένα κράτος να διαθέτει ίδια μέσα για την αυτοπροστασία του. Επιφανείς θεωρητικοί των διεθνών σχέσεων έχουν αναφερθεί στην αρχή της αυτοβοήθειας ως την πλέον αξιόπιστη επιλογή των κρατών έναντι των κινδύνων ασφαλείας που κυοφορεί το άναρχο διεθνές σύστημα. Εν τούτοις, όταν ένα κράτος είναι μικρό και πάσχει από ένα συντριπτικό ανισοζύγιο ισχύος σε σχέση με αυτούς που απειλούν την ασφάλειά του, τότε είναι υποχρεωμένο να εισάγει εξωτερικούς συντελεστές ισχύος για την κάλυψη του ανισοζυγίου. Με άλλα λόγια, είναι υποχρεωμένο να συνάπτει στρατηγικές συνεργασίες και συμμαχίες με ισχυρά κράτη, στη βάση κοινών συμφερόντων. Για να μπορεί όμως ένα κράτος όπως η ΚΔ να συνάπτει τέτοιου είδους συμφωνίες θα πρέπει να είναι σε θέση να προσφέρει κάτι στους συμμάχους του με αντάλλαγμα την ασφάλεια που θα του παρέχουν, η οποία αναμένει ότι θα επενεργεί ως πολλαπλασιαστής της ισχύος του. Το γεγονός ότι η Κυπριακή Δημοκρατία είναι μέλος της Ευρωζώνης και υιοθετεί το ενιαίο ευρωπαϊκό νόμισμα αποτελεί εχέγγυο για την εξεύρεση πεδίου κοινών συμφερόντων με τους εταίρους της.

Η σημασία της ύπαρξης πεδίου κοινών συμφερόντων με τρίτους κατέστη σαφής κατά την μίνι-κρίση του Σεπτεμβρίου του 2011, όταν η Τουρκία απειλούσε την ΚΔ με χρήση βίας σε περίπτωση που η τελευταία προχωρούσε στην έναρξη των προγραμματισμένων εργασιών της διερευνητικής γεώτρησης στο οικόπεδο 12 με τη Noble Energy. Τότε η ΚΔ αντιμετώπισε την τουρκική απειλή μέσω ενός διεθνούς πλέγματος ασφαλείας που αναπτύχθηκε γύρω της, ως αποτέλεσμα των ξεκάθαρων τοποθετήσεων που απέσπασε υπέρ του δικαιώματός της να πραγματοποιεί έρευνες και εκμεταλλεύσεις στην ΑΟΖ της: ΗΠΑ, Ρωσία, Γερμανία και ΕΕ ήταν μεταξύ των διεθνών δρώντων που στήριξαν με επίσημες τοποθετήσεις τους την Κύπρο. Η δε Ελλάδα, μέσω του δηλώσεων υψηλόβαθμων κρατικών αξιωματούχων, δεσμεύτηκε ότι θα στήριζε την Κύπρο σε περίπτωση που θα δεχόταν επίθεση. Ταυτόχρονα, η ρήξη στις σχέσεις Τουρκίας-Ισραήλ και η γειτνίαση του οικοπέδου 12 με την ισραηλινή ΑΟΖ καθιστούσε τον περίπλου τουρκικών ναυτικών πολεμικών μέσων στην περιοχή επικίνδυνο. Η Τουρκία, αξιολογώντας το διεθνές περιβάλλον και σταθμίζοντας τα ρίσκα που προέκυπταν σε περίπτωση υλοποίησης της απειλής της, αναγκάστηκε να υποχωρήσει και να προωθήσει τα συμφέροντά της με άλλα μέσα (έναρξη γεώτρησης στο Σύγκρασι, διεξαγωγή ερευνών εντός της κυπριακής ΑΟΖ με στόχο την έμπρακτη αμφισβήτηση της κυριαρχίας της ΚΔ κ.α.).

Τυχόν έξοδος από το Ευρώ τη δεδομένη στιγμή ενδεχομένως να οδηγήσει την ΚΔ σε γεωπολιτική απομόνωση. Η ΕΕ θα αντιδράσει αρνητικά, το ίδιο και οι εταίροι μας κατά μόνας. Παρά την επαίσχυντη συμπεριφορά της οποίας τύχαμε στο Eurogroup (η οποία ήταν αποτέλεσμα και των δικών μας διαχρονικών λαθών και χειρισμών της δεδομένης στιγμής), η ιδιότητα του κράτους μέλους της ΕΕ δεν παύει από του να αποτελεί ένα σημαντικό πολλαπλασιαστή ισχύος. Επιπλέον, τυχόν έξοδος από το Ευρώ θα δυσαρεστούσε και τη Ρωσία, τα συμφέροντα της οποίας θα πλήττονταν για άλλη μια φορά. Κατά συνέπεια, το πεδίο σύγκλισης συμφερόντων με αυτές τις δυνάμεις θα περιοριζόταν δραστικά και η δυνατότητα εισαγωγής εξωτερικών συντελεστών ισχύος για την αντιμετώπιση των κινδύνων ασφαλείας που αντιμετωπίζουμε μοιραία θα συρρικνωνόταν.

Αναδημοσίευση από την εφημερίδα Φιλελεύθερος, 21/4/2013

Σχόλια

Σχόλια