Η αμερικανική εξωτερική πολιτική, παραδοσιακά, ακροβατεί σε μια λεπτή ισορροπία μεταξύ αρχών και συμφερόντων. Λέγοντας αρχές εννοούμε τις κοινωνικοπολιτικές παραδόσεις του φιλελευθερισμού, οι οποίες ενσαρκώθηκαν σε κείμενα ιστορικής σημασίας όπως το αμερικανικό σύνταγμα, ο καταστατικός χάρτης του ΟΗΕ και η Οικουμενική Διακήρυξη για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα. Στα ενδότερα της εν λόγω τάσης ενδεχομένως να κρύβεται και η απάντηση για τα πραγματικά κίνητρα των Αμερικανών σε σχέση με την πρόθεσή τους να επέμβουν στρατιωτικά στη Συρία.

Ανθρωπιστικές αρχές

Το αμερικανικό κράτος είναι ιδεολογικά θεμελιωμένο πάνω σε πολιτικές και (κυρίως) ανθρωπιστικές αρχές όπως η ατομική και συλλογική ελευθερία, η δημοκρατία, τα ανθρώπινα δικαιώματα, κ.α. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, μία επέμβαση σε μια διεθνή κρίση ή στα εσωτερικά τρίτου κράτους (με στρατιωτικά ή άλλα μέσα) είθισται να θεμελιώνεται αιτιολογικά πάνω σε τέτοιου είδους αρχές, ή η στην χειρότερη περίπτωση η παρεμβατική ρητορική να εκλογικεύεται μέσω της προσφυγής στις αρχές αυτές, δίκην μανδύα νομιμοποίησης της σχεδιαζόμενης ενέργειας. Διαφορετικά η αμερικανική κοινή γνώμη, η οποία έχει «εκπαιδευτεί» να απεχθάνεται τον ιμπεριαλισμό, τις δικτατορίες, τα ολοκληρωτικά καθεστώτα και την «ανομιμοποίητη βία», αντιμετωπίζει με σκεπτικισμό το ενδεχόμενο επέμβασης. Η έλλειψη επαρκούς νομιμοποιητικής βάσης και η επικράτηση στην κοινή γνώμη της αντίληψης ότι παραβιάστηκαν οι προαναφερθείσες αρχές από τις Ηνωμένες Πολιτείες οδήγησε σε μαζικές αντιδράσεις και κινητοποιήσεις τόσο στις ΗΠΑ, όσο και διεθνώς, σε περιπτώσεις όπως οι πολέμοι του Βιετνάμ και του Ιράκ. Παρομοίως, το αμερικανικό Κογκρέσο είναι ιδιαίτερα ευαίσθητο σε ό,τι αφορά στην «ανθρωπιστική» διάσταση του αμερικανικού παρεμβατισμού, κυρίως στη μεταψυχροπολεμική εποχή, οπόταν και -λόγω της απουσίας του σοβιετικού αντίπαλου δέους- εξέλειπε η «σοβιετική απειλή» ως πιθανό αιτιολογικό μιας παρέμβασης. Μία πολύ χαρακτηριστική περίπτωση παρέμβασης με έντονο ανθρωπιστικό περιεχόμενο ήταν η ειρηνευτική επιχείρηση στη Σομαλία το 1993. Σε αντίθεση με άλλες περιπτώσεις στρατιωτικής επέμβασης, η περίπτωση αυτή δεν είχε «κρυφές ατζέντες» και η ανθρωπιστική ρητορική ανταποκρινόταν σε μεγάλο βαθμό στα πραγματικά κίνητρα της υπερδύναμης. Εν τούτοις, η επέμβαση οδηγήθηκε σε μια οδυνηρή αποτυχία. Μετά την αποτυχία στη Σομαλία, ο Πρόεδρος Κλίντον εξέδοσε το προεδρικό διάταγμα υπ’ αριθμόν 25, το οποίο ξεκαθάριζε ότι τυχόν αμερικανική υποστήριξη σε ειρηνευτικές επιχειρήσεις θα πρέπει πλέον οπωσδήποτε να λαμβάνει υπ’ όψη, μεταξύ άλλων, τα συμφέροντα των Ηνωμένων Πολιτειών.

Ιδιαίτερα αμερικανικά συμφέροντα

Κατά συνέπεια, αντίστοιχη –και μάλλον μεγαλύτερη- ευαισθησία υφίσταται και σε σχέση με τα αμερικανική συμφέροντα. Μία απόφαση για παρέμβαση συνήθως βασίζεται στην ύπαρξη ιδιαίτερων αμερικανικών συμφερόντων στην εκάστοτε περίπτωση. Λόγω δε του «ηγετικού» ρόλου των Ηνωμένων Πολιτειών στο διεθνές σύστημα ως δύναμη πρωτοκαθεδρίας, τα αμερικανικά συμφέροντα διαχέονται σε ολόκληρο σχεδόν τον κόσμο.
Δύο μεγάλες κατηγορίες συμφερόντων είναι δυνατό να οδηγήσουν τις Ηνωμένες Πολιτείες σε απόφαση για παρέμβαση σε μία διεθνή ή ενδοκρατική κρίση: τα συμφέροντα ασφαλείας και τα ευρύτερα οικονομικά συμφέροντα. Στην πρώτη κατηγορία εμπίπτουν ζητήματα όπως η προστασία του status quo σε περίπτωση κινδύνου ανατροπής μιας περιφερειακής ισορροπίας ισχύος προς όφελος μιας αντίπαλης μεγάλης ή περιφερειακής δύναμης (π.χ. πολεμος Κορέας 1950-53, πόλεμος Βιετνάμ 1962-74, ανατροπή του Μοσσαντέγκ, Πρωθυπουργού του Ιράν 1953), η προστασία της αμερικανικής «πίσω αυλής» από την επιρροή μιας αντίπαλης μεγάλης δύναμης (π.χ. αντιμετώπιση του κινήματος των Σαντινίστας στη Νικαράγουα 1979-90, υπονόμευση κυβέρνησης Αγιέντε στη Χιλή 1970-73) και η εξουδετέρωση παραγόντων που θεωρείται ότι απειλούν άμεσα την αμερικανική ασφάλεια (π.χ. βομβαρδισμοί στη Λιβύη και στο Σουδάν 1998, πόλεμος στο Αφγανιστάν 2001-…). Στη δεύτερη κατηγορία εμπίπτουν ζητήματα όπως η ενεργειακή ασφάλεια (π.χ. επέμβαση στον Περσικό Κόλπο 1991), η προστασία υπεράκτιων αμερικανικών οικονομικών συμφερόντων (π.χ. υπόθαλψη του πραξικοπήματος στη Γουατεμάλα 1953) και η διασφάλιση της ελεύθερης ναυσιπλοΐας (π.χ. αποστολή στόλου στο στενό της Ταϊβάν 1996). Σε αρκετές δε περιπτώσεις υφίσταται συνδυασμός των δύο κατηγοριών συμφερόντων (π.χ. βομβαρδισμός στη Σερβία 1999, εισβολή στο Ιράκ 2003).

Η περίπτωση της Συρίας

Αναφορικά με την αξιολόγηση της περίπτωσης της Συρίας, θα πρέπει να συνυπολογιστούν δύο δεδομένα: Πρώτον, ο πρόεδρος Ομπάμα εξελέγη με παντιέρα την αντιπολεμική ρητορική που ανέπτυξε κατά της πολιτικής του προκατόχου του, Τζωρτζ Μπους. Εκπροσωπεί δε μια σχολή σκέψης της αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής που αντιλαμβάνεται -κάπως διασταλτικά και ίσως υποκριτικά- την προάσπιση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων ως πυλώνα των αμερικανικών συμφερόντων. Κατά συνέπεια, αναμένει κανείς από τον πρόεδρο αν μη τι άλλο να μην κινητοποιεί τις αμερικανικές ένοπλες δυνάμεις χωρίς ισχυρό ανθρωπιστικό αιτιολογικό. Δεύτερον, οι αποτυχίες στο Αφγανιστάν και το Ιράκ, σε συνδυασμό με την οικονομική κρίση του 2008, περιόρισαν το διεθνές αμερικανικό εκτόπισμα και ανάγκασαν τις Ηνωμένες Πολιτείες σε στρατηγική αναδίπλωση από τις δεσμεύσεις τους σε εύφλεκτες περιοχές όπως η Μέση Ανατολή. Επιπλέον, η εξάρτηση των Ηνωμένων Πολιτειών από το πετρέλαιο της Μέσης Ανατολής διάγει φθίνουσα πορεία, κυρίως λόγω της εύρεσης μεγάλων ποσοτήτων σχιστολιθικού φυσικού αερίου στην αμερικανική ενδοχώρα. Κατά συνέπεια, είναι εμφανής η απουσία άμεσων, χειροπιαστών αμερικανικών συμφερόντων στην εν λόγω κρίση.
Αυτό που θα μπορούσε κανείς να υποστηρίξει είναι ότι ο Πρόεδρος Ομπάμα παγιδεύτηκε ως αποτέλεσμα του λάθους του να θέσει ως «κόκκινη γραμμή» τη χρήση χημικών όπλων από το καθεστώς Άσσαντ. Κατά συνέπεια, η χρήση των χημικών (έστω και εν αναμονή στοιχείων που θα δημιουργήσουν την ευρύτατη δυνατή διεθνή συναίνεση ως προς την ευθύνη του καθεστώτος) θα πρέπει να οδηγήσει αυτόματα στην ενεργοποίηση του «τιμωριτικού μηχανισμού» που ο Ομπάμα προανείγγηλε. Το γεγονός αυτό ενεργοποιεί ζητήματα τόσο ανθρωπιστικά όσο και χρησιμοθηρικά. Από τη μια, το λόμπυ των ανθρωπίνων δικαιωμάτων στις Ηνωμένες Πολιτείες αναμένει ότι η κυβέρνηση θα δράσει προς την κατεύθυνση της αποφυγής περεταίρω ανθρωπιστικής καταστροφής. Από την άλλη, πολιτικοί παράγοντες και αναλυτές τονίζουν την έλλειψη άμεσων αμερικανικών συμφερόντων στην Συρία, εν τούτοις υποστηρίζουν ότι, έτσι όπως έχουν έρθει τα πράγματα, μία περιορισμένης κλίμακας επέμβαση (συμβολική, όπως τη χαρακτήρισε ο πρώην Σύμβουλος Εθνικής Ασφαλείας Ζμπίγκνιου Μπρζεζίνσκι) είναι –αν και ανεπιθύμητη- αναπόφευκτη. Σε διαφορετική περίπτωση θα πληγεί σοβαρά το διεθνές γόητρο των Ηνωμένων Πολιτειών έναντι των φίλων και αντιπάλων. Υπάρχουν δε και οι παράγοντες εκείνοι οι οποίοι αντιτίθενται στην όποια εμπλοκή, πιστοί στην τάση του νεο-απομονωτισμού που δημιουργήθηκε μετά το φιάσκο του Ιράκ.
Κατά συνέπεια, ανθρωπιστικές αρχές και συμφέροντα αλληλεπιδρούν για μια ακόμα φορά και συνθέτουν ένα περίεργο μωσαϊκό σε σχέση με τις αμερικανικές προθέσεις για τη συριακή κρίση. Το βέβαιο είναι ότι –όποια και αν είναι η εξέλιξη- θα υπάρξει τίμημα για τις Ηνωμένες Πολιτείες και (σε περίπτωση επέμβασης) για την ευρύτερη Μέση Ανατολή, το οποίο θα οφείλεται εν πολλοίς στην αφελή διαχείριση του Προέδρου Ομπάμα.

Αναδημοσίευση από το Φιλελεύθερο, Κυριακή 9 Σεπτεμβρίου 2013

Σχόλια

Σχόλια