Πολύς λόγος γίνεται τελευταία για το ενδεχόμενο συμφωνίας επί ενός κοινού ανακοινωθέντος, το οποίο να διευκρινίζει τη βάση διεξαγωγής των επικείμενων συνομιλιών. Η τουρκική πλευρά αρνείται πεισματικά να συναινέσει σε αυτό τον όρο του Προέδρου Αναστασιάδη, γεγονός που φάνηκε ξεκάθαρα κατά την συνάντηση της 25ης Νοεμβρίου μεταξύ του Προέδρου Αναστασιάδη και του κ. Έρογλου. Υπάρχουν δε και φωνές εντός της Ελληνοκυπριακής πλευράς (αν και μεμονωμένες) οι οποίες υποστηρίζουν ότι η δυστοκία στη συμφωνία επί ενός κοινού ανακοινωθέντος δεν θα πρέπει να αποτελέσει εμπόδιο για την έναρξη των διαπραγματεύσεων.

Προσωπικά θεωρώ ότι ορθά ο Πρόεδρος επιμένει στην έκδοση κοινού ανακοινωθέντος. Σε διαφορετική περίπτωση η πλευρά μας θα άγεται και θα φέρεται από τους τουρκικούς τακτικισμούς, με απρόβλεπτες συνέπειες σε σχέση με το τελικό παράγωγο των διαπραγματεύσεων. Το λάθος που διαπράττει η πλευρά μας είναι ο τρόπος με τον οποίο διεκδικεί την έκδοση κοινού ανακοινωθέντος. Πολύ φοβάμαι ότι δεν θα αργήσει η στιγμή που ο κ. Έρογλου θα κάνει έναν τακτικό ελιγμό αποδεχόμενος το κοινό ανακοινωθέν, αλλά θα το παρουσιάσει με τέτοιο τρόπο ώστε να πουλήσει αυτό τον ελιγμό του ως υποχώρηση, έναντι της οποίας θα απαιτήσει το ανακοινωθέν να έχει συγκεκριμένο περιεχόμενο. Και είναι εκεί που φωλιάζει ο πραγματικός κίνδυνος: στο περιεχόμενο.

Θυμηθείτε π.χ. τι προνοούσε το κοινό ανακοινωθέν της 23ης Μαΐου 2008, μεταξύ του τέως Προέδρου Δημήτρη Χριστόφια και του κ. Μεχμέτ Αλί Ταλάτ: «Μια Διζωνική Δικοινοτική Ομοσπονδία, με πολιτική ισότητα, όπως ορίζεται στα σχετικά ψηφίσματα του Συμβουλίου Ασφαλείας. Αυτός ο συνεταιρισμός θα έχει μια Ομοσπονδιακή Κυβέρνηση, με μία και μόνη διεθνή προσωπικότητα, καθώς και μία τουρκοκυπριακή συνιστώσα πολιτεία και μία ελληνοκυπριακή συνιστώσα πολιτεία οι οποίες θα έχουν ισότιμο καθεστώς». Αν αφήσουμε κατά μέρους την (ούτως ή άλλως αμφιβόλου περιεχομένου) «Διζωνική Δικοινοτική Ομοσπονδία με πολιτική ισότητα», τρία είναι τα προβληματικά στοιχεία: πρώτον, η έλλειψη αναφοράς σε «μία κυριαρχία». Δεύτερον, η έλλειψη αναφοράς σε «μία ιθαγένεια». Τρίτον, και σημαντικότερο, η αναφορά σε «συνιστώσες πολιτείες», την οποία όπως αποδείχτηκε εκ των υστέρων η τουρκοκυπριακή πλευρά αντιλαμβανόταν ως τον μανδύα της παρθενογένεσης.

Ο Πρόεδρος Χριστόφιας αποδέχτηκε αυτή τη διατύπωση στη βάση του ευσεβούς πόθου ότι –στην πορεία των διαπραγματεύσεων- η φιλία του με τον κ. Ταλάτ θα επιδρούσε καταλυτικά προς την επίτευξη συμφωνημένης λύσης που θα ικανοποιούσε και τα δύο μέρη. Πλανήθηκε όμως πλάνην οικτράν, με αποτέλεσμα τα περιθώρια των διαπραγματευτικών του ελιγμών να περιοριστούν δραματικά. Παρά την ειλικρινή του πρόθεση και σκληρή προσπάθεια να πετύχει την ταύτιση των προνοιών του κοινού ανακοινωθέντος με το σεβασμό των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και της αρχής της βιωσιμότητας της λύσης, αποδείχτηκε ότι ματαιοπονούσε. Η βάση της λύσης ήταν τέτοια που –σε συνδυασμό με την πάγια τουρκική στρατηγική στοχοθεσία για κυριαρχία στο βορρά και συγκυριαρχία στο νότο- δεν επέτρεπε το παραμικρό ιχνοστοιχείο αισιοδοξίας. Επρόκειτο για ένα ανακοινωθέν το οποίο περιέγραφε μία βάση λύσης οικοδομημένη αποκλειστικά και μόνο επί ελληνοκυπριακών υποχωρήσεων (διζωνική ομοσπονδία, πολιτική ισότητα, συνιστώσες πολιτείες με ισότιμο καθεστώς). Το μοναδικό αντίτιμο για την ελληνοκυπριακή πλευρά ήταν το ψίχουλο της μίας διεθνούς προσωπικότητας.

Υπάρχει λοιπόν παράδειγμα προς αποφυγή για τον κ. Αναστασιάδη σχετικά με το επιδιωκόμενο περιεχόμενο ενός κοινού ανακοινωθέντος για τη βάση της λύσης. Θα μπορούσε επίσης να προχωρήσει άλματα μπροστά, διεκδικώντας τη συμπερίληψη στο ανακοινωθέν στοιχειωδών αρχών του παγκόσμιου νομικού και πολιτικού πολιτισμού, όπως ο σεβασμός στα θεμελιώδη ανθρώπινα δικαιώματα, στη δημοκρατική αρχή και στο ότι η κυριαρχία θα πηγάζει από τους νόμιμους πολίτες του κυπριακού κράτους. Για να απορρίψει μια τέτοια πρόταση η τουρκική πλευρά θα πρέπει να επιστρατεύσει πολύ πειστικά επιχειρήματα, ενώ η θετική αντιμετώπισή της από τη διεθνή κοινότητα θα παρείχε στην πλευρά μας διεθνή νομιμοποίηση και ηθική υπεροχή. Δυστυχώς όμως, δεν βλέπω να ασχολούμαστε με το περιεχόμενο, αλλά –για άλλη μια φορά- με το περιτύλιγμα, στη βάση της λογικής «ανακοινωθέν χάριν του ανακοινωθέντος».

Σχόλια

Σχόλια