_L5X2142

Τόσο τα ρεπορτάζ των ημερών, όσο και οι αναλύσεις ειδικών που ασχολούνται με τις πολιτικές εξελίξεις στην Τουρκία, κατατείνουν στο ότι στο εσωτερικό της χώρας διεξάγεται ένας πόλεμος εξουσίας μεταξύ δύο αντίρροπων τάσεων στα πλαίσια του τουρκικού πολιτικού ισλάμ. Ένα από τα βασικά σημεία τριβής είναι η κατεύθυνση της τουρκικής εξωτερικής πολιτικής. Η ρήξη στις σχέσεις της Τουρκίας με το Ισραήλ και οι σκιές που δημιουργήθηκαν στις αμερικανοτουρκικές σχέσεις προκάλεσαν σε μεγάλο βαθμό το διαζύγιο μεταξύ του Ταγίπ Ερντογάν και το μέντορά του Φετουλλάχ Γκιουλέν. Η εξέλιξη της εν λόγω διαμάχης θα καθορίσει το μέλλον της τουρκικής εξωτερικής πολιτικής. Με άλλα λόγια, θα καθορίσει το κατά πόσον θα συνεχιστεί η νεο-οθωμανική στροφή προς ανατολάς, ή αν θα εγκαταλείψει η Τουρκία την περιφερειακή της ατζέντα χάριν των παραδοσιακών συμμαχικών της διασυνδέσεων. Πώς όμως επηρεάζεται το κυπριακό από αυτή τη διελκυστίνδα και ποιους υπολογισμούς θα πρέπει να κάνει η Κυπριακή Δημοκρατία; Η ανάλυση που ακολουθεί υιοθετεί μία συστημική προσέγγιση, η οποία λαμβάνει υπόψη κυρίως τις σχέσεις αλληλεπίδρασης μεταξύ διακριτών δρώντων του διεθνούς συστήματος και δη του περιφερειακού υποσυστήματος της περιοχής μας.

Τουρκική περιφερειακή ατζέντα: όρια και προοπτικές

Η Τουρκία είναι ένας ισχυρός παίκτης στο περιφερειακό τόξο Ανατολικής Μεσογείου-Μέσης Ανατολής-Βορείου Αφρικής. Σε σύγκριση με τις υπόλοιπες δυνάμεις της περιοχής που έχουν περιφερειακό εκτόπισμα (Ιράν, Ισραήλ, Σαουδική Αραβία, Αίγυπτος) διαθέτει το μεγαλύτερο ΑΕΠ, τον τρίτο μεγαλύτερο πληθυσμό (μετά την Αίγυπτο και το Ιράν), ενώ κατατάσσεται δεύτερη σε αμυντικές δαπάνες (μετά τη Σαουδική Αραβία).

Έχοντας αυτά τα δεδομένα υπόψη, το δίδυμο Ερντογάν-Νταβούτογλου υιοθέτησε μια επιθετική εξωτερική πολιτική διαμορφώνοντας μια χωριστή τουρκική ατζέντα, στρεφόμενη προς ανατολάς με γνώμονα την ισλαμική ταυτότητα του τουρκικού κράτους. Για πρώτη φορά από τη δημιουργία του σύγχρονου τουρκικού κράτους η τουρκική εξωτερική πολιτική διαφοροποιείτο από τη Δύση. Στο μεταξύ όμως, η νέα τουρκική περιφερειακή ατζέντα και η ισλαμογενής τουρκική εξωτερική πολιτική οδήγησε στη ρήξη των σχέσεων της Άγκυρας με το Τελ Αβίβ, το Κάιρο, τη Δαμασκό και άλλα γειτονικά κράτη, ενώ δημιούργησε σκιές στις σχέσεις της με την Ουάσιγκτον. Το γεγονός αυτό, σε συνδυασμό με την αναταραχή που προκάλεσε η λεγόμενη «αραβική άνοιξη» και με την ανεύρεση σημαντικών ποσοτήτων υδρογονανθράκων στην Ανατολική Μεσόγειο δημιούργησε νέα γεωπολιτικά δεδομένα. Το Ισραήλ, μετά τη ρήξη των σχέσεών του με την Άγκυρα -και ευρισκόμενο σε αναζήτηση στρατηγικού βάθους- στράφηκε προς την Κυπριακή Δημοκρατία και την Ελλάδα. Την ίδια ώρα στις Ηνωμένες Πολιτείες πληθαίνουν οι φωνές οι οποίες εκφράζουν ανησυχίες για το κατά πόσον μπορεί πλέον η Τουρκία να θεωρηθεί παράγοντας σταθερότητας στην περιοχή.

Τουρκική στοχοθεσία στο κυπριακό

Την ίδια στιγμή παρέμεινε αμετάβλητος ο παραδοσιακός τουρκικός ηγεμονισμός έναντι της Ελλάδας και της Κύπρου. Στην περίπτωση της Κύπρου, ο τουρκικός ηγεμονισμός αποσκοπεί διαχρονικά στο να καταστεί το νησί στρατηγική προέκταση της Τουρκικής επικράτειας. Από το καλοκαίρι του 1974 και εντεύθεν, οπόταν κατήγαγε μια μεγάλη στρατηγική νίκη με την εισβολή και την κατοχή μεγάλου τμήματος της Κύπρου, η τουρκική στοχοθεσία επικεντρώνεται στην επιβολή συγκεκριμένων όρων στις διαδικασίες επίλυσης του κυπριακού. Μεταξύ αυτών, αποσκοπεί στην επιβολή ενός μοντέλου διχοτομημένης κυριαρχίας το οποίο να αναιρεί τόσο το σύνταγμα του 1960, όσο και το ψήφισμα 186 του Συμβουλίου Ασφαλείας, του 1964. Μέσα από τις κατά καιρούς διαπραγματευτικές διαδικασίες και εξ’ αιτίας της στρατηγικής και διαπραγματευτικής ανεπάρκειας της Κυπριακής Δημοκρατίας, η Τουρκία κατήγαγε και αρκετές μικρές στρατηγικές νίκες.

Νέα γεωπολιτικά δεδομένα

Είναι χαρακτηριστική η διαχρονική δυνατότητα της Τουρκίας να προσαρμόζει τους όρους επίλυσης του κυπριακού στα διεθνή δεδομένα, τα οποία παραδοσιακά την ευνοούσαν λόγω της υψηλής στρατηγικής της αξίας για τη Δύση. Οι όροι αυτοί, όπως παρουσιάζονταν σε προτάσεις, ιδέες και σχέδια λύσης, αλλά και σκιαγραφούνταν από τις απόψεις που εκφράζονταν από εκπροσώπους μεγάλων δυνάμεων και διεθνών οργανισμών, αντανακλούσαν μια κατανομή ισχύος στο κυπριακό ευνοϊκή για την Τουρκία εξ’ αιτίας της στήριξης της οποίας απολάμβανε. Η διαπραγματευτική της ισχύς, στο βαθμό που αυτή αντλείται από το διεθνές της εκτόπισμα, συνιστούσε αποφασιστικό παράγοντα στο να τίθεται σε δεύτερη μοίρα το γεγονός της από μέρους της κατάφορης παραβίασης του διεθνούς δικαίου. Ποτέ δε στο παρελθόν η Τουρκία δεν πέτυχε στρατηγικές νίκες στο κυπριακό (μικρές ή μεγάλες) χωρίς τη στήριξη ή την ανοχή του διεθνούς παράγοντα, κυρίως των Ηνωμένων Πολιτειών. Όποτε αυτή η στήριξη ή ανοχή απουσίαζε (βλέπε π.χ. πρόθεση εισβολής το 1964) η τουρκική στρατηγική αντιμετώπιζε ανυπέρβλητα εμπόδια. Η διαχρονική αυτή επιτυχία της τουρκικής εξωτερικής πολιτικής ήταν απόρροια ενός συνδυασμού σχέσεων και συμφερόντων που καθορίζονταν από τις ατζέντες των μεγάλων δυνάμεων στην περιοχή και το διεθνές σύστημα γενικότερα.

Σήμερα όμως το διεθνές σύστημα είναι διαφορετικό. Δεν υπάρχουν πλέον «στρατόπεδα», όπως κατά τον Ψυχρό Πόλεμο, ούτε και ένας παγκοσμίως ασυναγώνιστος πόλος ισχύος, όπως κατά την πρώτη μεταψυχροπολεμική περίοδο. Ζούμε σε μια εποχή κατά την οποία αναβαθμίζεται ο ρόλος του περιφερειακού υποσυστήματος έναντι του παγκοσμιοποιημένου διεθνούς σύστηματος, εξ’ αιτίας κυρίως της μερικής υποχώρησης των Ηνωμένων Πολιτειών από τα διεθνώς δρώμενα και της ανάδειξης μιας σειράς άλλων ισχυρών δρώντων.

Η Κύπρος, παρά το μικρό της μέγεθος και δυνατότητες, καθίσταται αργά αλλά σταθερά περιφερειακός παίκτης κυρίως λόγω της ανεύρεσης αποθεμάτων φυσικού αερίου στην ΑΟΖ της. Η δε περιφερειακή κατανομή ισχύος στο τόξο Ανατολικής Μεσογείου-Μέσης Ανατολής-Βορείου Αφρικής είναι δυνατό να επηρεάσει τις διαδικασίες επίλυσης του κυπριακού, όπως επίσης είναι δυνατό να επηρεαστεί από την κατάληξή τους. Το γεγονός αυτό δημιουργεί προϋποθέσεις ανατροπής της παραδοσιακής κατανομής ισχύος στο κυπριακό λόγω της αντίδρασης ισχυρών δρώντων όπως το Ισραήλ και (μερικώς) οι Ηνωμένες Πολιτείες στην εξωτερική πολιτική του διδύμου Ερντογάν-Νταβούτογλου. Σε συνδυασμό με την ρευστότητα στην περιοχή μας εξ’ αιτίας των αποτελεσμάτων της «αραβικής άνοιξης», του εμφυλίου στη Συρία, της διαρκώς εντεινόμενης σύγκρουσης μεταξύ του σουνιτικού και του σιιτικού στοιχείου και φυσικά της πολιτικής κρίσης στην Τουρκία, η Κύπρος και το Ισραήλ αποτελούν ίσως τους μοναδικούς παράγοντες σταθερότητας στην περιοχή. Τυχόν επιβολή τουρκικής επικυριαρχίας επί της Κύπρου (ως αποτέλεσμα μιας ανάλογης λύσης του κυπριακού) θα ανέτρεπε αυτό το δεδομένο: θα καθοστούσε την Άγκυρα κυρίαρχη δύναμη επί των ενεργειακών πόρων της Ανατολικής Μεσογείου και θα δημιουργούσε τις προϋποθέσεις περεταίρω αύξησης του εκτοπίσματος και της επιρροής της στην ευρύτερη περιοχή. Οι εν λόγω συνέπειες θα περιέπλεκαν έτι περεταίρω το περιφερειακό παζλ αν ο Ερντογάν και η πολιτική του εξέλθουν νικητές από την τρέχουσα κρίση.

Η έξωθεν παρεναίσεις και η στρατηγική αναγκαιότητα

Είναι γεγονός ότι οι εμπλεκόμενες δυνάμεις στο κυπριακό επιδιώκουν την επίτευξη μιας λύσης του κυπριακού το συντομότερο δυνατό. Η Κυπριακή Δημοκρατία γίνεται δέκτης παρεναίσεων προς αυτή την κατεύθυνση. Εν τούτοις οι παρεναίσεις αυτές δεν έχουν λάβει τη μορφή πιέσεων προς την κατεύθυνση μιας λύσης με συγκεκριμένες προδιαγραφές, όπως είχε για παράδειγμα συμβεί κατά την περίοδο 2002-2004, όταν η γεωπολιτική συγκυρία ήταν πολύ διαφορετική και πιο ευνοϊκή για την Άγκυρα. Το γεγονός αυτό παρέχει στην Κυπριακή Δημοκρατία την ευκαιρία να επιδιώξει την προσαρμογή των όρων επίλυσης του κυπριακού στα νέα διεθνή δεδομένα (όπως με επιτυχία έπραττε η Τουρκία για όσο διάστημα η διεθνής συγκυρία ήταν ξεκάθαρα ευνοϊκή για αυτήν), σε μια περίοδο κατά την οποία η εικόνα της τουρκικής κυβέρνησης είναι τσαλακωμένη.

Πάντως –τουλάχιστον μέχρι τη στιγμή που γράφεται αυτό το άρθρο- δεν φαίνεται να υπάρχουν ενδείξεις μιας τέτοιας προσπάθειας. Αντί αυτού, φαίνεται να κινούμαστε στην ξεπερασμένη λογική της επίτευξης μιας λύσης του κυπριακού μέσα από διαδικασίες-εξπρές, χωρίς την όποια φροντίδα για την ανατροπή των αρνητικών όρων που διαμορφώθηκαν κατά την περίοδο 2002-2004 με το σχέδιο Ανάν και επαναβεβαιώθηκαν με τη διαδικασία Ντάουνερ-Χριστόφια-Ταλάτ, την περίοδο 2008-2010. Το γεγονός αυτό είναι ανησυχητικό αν λάβει κανείς υπ’όψη το ενδεχόμενο μιας εσωτερικής πολιτικής αναδιάταξης στην Τουρκία, η οποία ίσως οδηγήσει στην εξομάλυνση των σχέσεών της τόσο με τα κράτη της περιοχής μας, όσο και με τις Ηνωμένες Πολιτείες. Σε μια τέτοια περίπτωση το παράθυρο ευκαιρίας θα έχει κλείσει και τα διεθνή δεδομένα ενδεχομένως να καταστούν και πάλι ευνοϊκά για την Άγκυρα.

Ο Φιλελεύθερος, Κυριακή, 5 Ιανουαρίου 2014

Σχόλια

Σχόλια