Έχει ενδιαφέρον να αναλύσει κανείς τα βαθύτερα αίτια της σημερινής κατάστασης στο ΔΗΚΟ. Ένα κόμμα στο εσωτερικό του οποίου η συνεννόηση μοιάζει αδύνατη. Το φαινόμενο αυτό δεν παρατηρείται μόνο κατά την τρέχουσα πολιτική συγκυρία, αλλά εδώ και πέντε τουλάχιστον χρόνια. Είναι εμφανές ότι εντός του κόμματος υπάρχουν δύο παγιωμένες τάσεις. Προσωπικά δεν αποδέχομαι την προσέγγιση που υποστηρίζει ότι αυτοί που ήθελαν παραμονή στην κυβέρνηση (είτε τώρα, είτε επί προεδρίας Χριστόφια) το κάνουν επειδή επιθυμούν να γεύονται το νέκταρ της εξουσίας, ενώ αυτοί που ζητούσαν την αποχώρησή του είναι απαλλαγμένοι κάθε «σαρκικής επιθυμίας». Θεωρώ ότι τα βαθύτερα αίτια της ρήξης είναι αμιγώς πολιτικά και οφείλονται σε συγκρουόμενες ιδεολογικοπολιτικές προσεγγίσεις. Κατά τη γνώμη μου δύο είναι οι λόγοι για τους οποίους το κόμμα έχει απωλέσει την εσωτερική του συνοχή και ισορροπία τα τελευταία χρόνια. Ο πρώτος είναι η διαδοχική επικράτηση των δύο μεγάλων κομμάτων στις προεδρικές εκλογές του 2008 και του 2013 αντίστοιχα, με τις υποψηφιότητες των αρχηγών τους. Ο δεύτερος –σε μεγάλο βαθμό αλληλεξαρτώμενος με τον πρώτο- είναι η επικράτηση δύο προσεγγίσεων σε σχέση με τον εν γένει ρόλο του ΔΗΚΟ στο κυπριακό πολιτικό σύστημα. Η εσωτερική αυτή διελκυστίνδα αντικατοπτρίζεται στο δίλημμα μεταξύ της διατήρησης του ρυθμιστικού ρόλου και της συγκρότησης τρίτου πόλου εξουσίας.

Το κόστος της απώλειας του προεδρικού θώκου

Η επικράτηση του Δημήτρη Χριστόφια στις προεδρικές εκλογές του 2008 σήμανε το τέλος της πολιτικής συνεννόησης των «όμορων δυνάμεων του λαϊκού μετώπου», δηλαδή της οιωνεί συμμαχίας του ΑΚΕΛ με το ΔΗΚΟ και την ΕΔΕΚ στη βάση της αντιπραξικοπηματικής διαιρετικής τομής. Προηγουμένως, η συνύπαρξη των δυνάμεων αυτών προϋπέθετε την παραδοχή από μέρους του ΑΚΕΛ ότι η κομμουνιστική του ταυτότητα αποτελούσε ανασταλτικό παράγοντα στο να διεκδικήσει κατ’ ευθείαν την εξουσία με υποψήφιο από τα σπλάχνα του, δεδομένης της αστικής και καπιταλιστικής συγκρότησης του κράτους και της οικονομίας. Την «αδυναμία» αυτή του ΑΚΕΛ συνήθως την κεφαλαιοποιούσε το ΔΗΚΟ στο βαθμό που κατόρθωνε να αποσπά την υποστήριξη του κόμματος της αριστεράς για την προεδρική υποψηφιότητα του δικού του αρχηγού. Ας μη ξεχνάμε ότι από το 1978 μέχρι και το 2008 δύο εκ των τεσσάρων εκλελεγμένων Προέδρων της Δημοκρατίας ήσαν πρόεδροι του ΔΗΚΟ, υποστηριζόμενοι από το ΑΚΕΛ. Παρά το γεγονός ότι σε αυτές τις περιπτώσεις το ΔΗΚΟ δεν ήταν ο ισχυρότερος παράγοντας του κυβερνητικού συνασπισμού, εν τούτοις η παρουσία του αρχηγού του στην Προεδρία της Δημοκρατίας διασφάλιζε το ότι οι απόψεις και οι ανησυχίες του κόμματος θα τύγχαναν σεβασμού κατά την παραγωγή της κρατικής πολιτικής. Εν τούτοις, από τη στιγμή που το ΑΚΕΛ ξεπέρασε αυτό το ταμπού, πέτυχε την πρόκριση Χριστόφια στο δεύτερο γύρο των προεδρικών εκλογών του 2008 αποκλείοντας τον Τάσσο Παπαδόπουλο και απέσπασε την υποστήριξη του ΔΗΚΟ για το δικό του υποψήφιο, η ασφαλιστική αυτή δικλείδα είχε χαθεί: πλέον ο ισχυρότερος παράγοντας του κυβερνητικού συνασπισμού κατείχε και το προεδρικό αξίωμα, με αποτέλεσμα ο λόγος του ΔΗΚΟ εντός του κυβερνητικού σχήματος να αποδυναμωθεί και το πολιτικό του εκτόπισμα να συρρικνωθεί. Η ίδια τάξη πραγμάτων φαίνεται να ισχύει και επί διακυβέρνησης Αναστασιάδη, αν λάβει κανείς υπόψη τις έντονες φωνές εντός του ΔΗΚΟ περί μη τήρησης των προεκλογικών δεσμεύσεων του Προέδρου έναντι του συγκυβερνώντος κόμματος σε ό,τι αφορά στο κυπριακό και στο ζήτημα των ιδιωτικοποιήσεων.

Ρυθμιστής ή τρίτος πόλος;

Παραδοσιακά, το ΔΗΚΟ επεδίωκε το ρόλο του ρυθμιστή στο παιχνίδι διεκδίκησης της εκτελεστικής εξουσίας, αλλά και στη Βουλή. Η εκλογική δύναμη που διατηρούσε ως τρίτο κόμμα του επέτρεπε να ελίσσεται μεταξύ ΑΚΕΛ και ΔΗΣΥ στο βαθμό που υπήρχε σύγκλιση απόψεων ή έστω διαχειρίσιμη απόκλιση. Του επέτρεπε επίσης –όταν ο δικός του υποψήφιος δεν περνούσε στο δεύτερο γύρο των προεδρικών εκλογών- να παρέχει υποστήριξη σε έναν εκ των δύο μονομάχων καθορίζοντας το πού θα έγερνε η πλάστιγγα. Εν τούτοις, η εμπειρία της περιόδου 2002-2004 στο κυπριακό, η διαχείριση του ζητήματος από τον αείμνηστο Τάσσο Παπαδόπουλο, η ηχηρή απόρριψη του σχεδίου Ανάν και οι διαφορετικές αντιλήψεις που εκφράστηκαν από το ΔΗΣΥ και –εν μέρει- το ΑΚΕΛ, οδήγησαν σε μια νέα παραδοχή: ότι στο κυπριακό, το παραδοσιακά πρώτιστο θέμα ενδιαφέροντος του ΔΗΚΟ, υπήρχε σοβαρή απόκλιση θέσεων με τα δύο μεγάλα κόμματα και σημαντική σύγκλιση με την ΕΔΕΚ και άλλα μικρότερα κόμματα, όπως το Κίνημα Οικολόγων και οι Νέοι Ορίζοντες/ΕΥΡΩΚΟ. Η εξέλιξη αυτή δημιούργησε προϋποθέσεις συγκρότησης ενός τρίτου πόλου, στη βάση συγκλίσεων στο κυπριακό.

Η λογική του τρίτου πόλου όμως ερχόταν σε σύγκρουση με την ιδέα του ρυθμιστικού ρόλου: είτε το κόμμα θα παρέμενε σταθερό στις πάγιες θέσεις του στο κυπριακό από κοινού με τις συμπλέουσες δυνάμεις, είτε θα προέβαινε σε υπαναχωρήσεις χάριν της συγκρότησης ενός ισχυρού κυβερνητικού συνασπισμού με ένα εκ των δύο μεγάλων κομμάτων. Μέσω αυτής της διελκυστίνδας -η οποία διαρκεί μέχρι τις μέρες μας με μεγαλύτερη ένταση παρά ποτέ- αναδείχθηκαν και κάποιες φωνές οι οποίες, χάριν της υποστήριξης της ανάγκης το ΔΗΚΟ να παραμείνει πιστό στη λογική του ρυθμιστικού ρόλου, υιοθέτησαν θέσεις στο κυπριακό οι οποίες ομοιάζουν περισσότερο με αυτές των δύο μεγάλων κομμάτων.

Οι ιδεολογικές επιλογές: κέντρο ή ενδιάμεσος χώρος;

Μέσα από την εσωτερική διελκυστίνδα, όπως αυτή περιγράφηκε πιο πάνω, αναδεικνύεται και μια βαθύτερη ιδεολογική ρήξη, πέραν της διαφορετικής προσέγγισης ως προς το ρόλο του ΔΗΚΟ: τελικά τι είναι το ΔΗΚΟ, κόμμα του κέντρου ή του ενδιάμεσου χώρου; Η λογική του κέντρου παραπέμπει στην ψυχροπολεμική διαιρετική τομή μεταξύ δεξιάς και αριστεράς. Επιχειρεί να καταλάβει έναν πολιτικό χώρο στο κέντρο του φάσματος προσπαθώντας να ισορροπήσει μεταξύ της σοσιαλιστικής και της καπιταλιστικής οργάνωσης της οικονομίας. Ένα ιδεολόγημα το οποίο χρησιμοποίησε κατά κόρον το ΔΗΚΟ για να προσδώσει περιεχόμενο στη λογική του κέντρου είναι αυτό της «μικτής οικονομίας». Εν τούτοις, το ιδεολόγημα αυτό παρουσιάζει δύο σοβαρά προβλήματα.

Το πρώτο σχετίζεται με το γεγονός ότι ο Ψυχρός Πόλεμος έχει τελειώσει εδώ και 25 χρόνια. Όσο αναχρονιστικό είναι να πιστεύει κανείς ότι μια κοινωνία πρέπει να χρωματίζεται πολιτικά από τη ρήξη μεταξύ κομμουνισμού και καπιταλισμού, άλλο τόσο αναχρονιστικό είναι να θεωρείται ότι υπάρχει ανάγκη ισορροπίας μεταξύ των δύο αυτών ιδεολογικών ρευμάτων. Με άλλα λόγια, γιατί να απαιτείται να διατυπωθεί εναλλακτική πρόταση που να γεφυρώνει ένα χάσμα το οποίο δεν υφίσταται πλέον παρά μόνο σε επίπεδο πολιτικής ρητορικής;

Το δεύτερο πρόβλημα της ιδέας περί «μικτής οικονομίας» έγκειται στο γεγονός ότι στην ουσία όλες οι οικονομίες του κόσμου είναι στην πραγματικότητα μικτές. Οι ΗΠΑ, κοιτίδα του καπιταλισμού, έχουν υιοθετήσει πλέον καθολικό σύστημα ιατροφαρμακευτικής περίθαλψης το οποίο ποσώς σχετίζεται με το πνεύμα της οικονομίας της ελεύθερης αγοράς. Από την άλλη, η Λαϊκή Δημοκρατία της Κίνας –το μεγαλύτερο σοσιαλιστικό καθεστώς στον κόσμο- προβαίνει εδώ και δεκαετίες σε φιλελεύθερες οικονομικές μεταρρυθμίσεις που την καθιστούν μία εκ των μεγαλύτερων εμπορικών δυνάμεων στον κόσμο, ενώ στο εσωτερικό της έχει δημιουργηθεί μια μεγάλη ελίτ που επωφελείται από τη δραστηριότητα αυτή. Εξελίξεις που μόνο αμιγώς σοσιαλιστικές δεν μπορούν να χαρακτηριστούν. Κατά συνέπεια, προς τι να ευαγγελίζεται κανείς τη μικτή οικονομία όταν στην ουσία δεν προτείνει τίποτα περισσότερο από αυτό που φυσιολογικά ισχύει σε ολόκληρο τον κόσμο, απλώς με διαφορετικές αποχρώσεις από περίπτωση σε περίπτωση;

Η αδυναμία της ιδέας περί «μικτής οικονομίας» καθιστά τις περί οικονομίας θέσεις του ΔΗΚΟ ως τον «αδύναμο κρίκο» της πολιτικής του πρότασης. Κυρίως δε από τη στιγμή που κατά το τελευταίο χρονικό διάστημα οι οικονομικές θέσεις του κόμματος προσεγγίζουν αυτές του ΔΗΣΥ, δημιουργείται ο κίνδυνος εκλογικών απωλειών προς όφελος του πανίσχυρου και φοβερά συσπειρωμένου κόμματος της δεξιάς, όπως συνέβαινε κατά το παρελθόν με το ΑΚΕΛ. Κατά συνέπεια, η τομή επί της οποίας μπορεί το κόμμα να προσφέρει ουσιαστικές προτάσεις που να το διαφοροποιούν από τον πολιτικό ανταγωνισμό μάλλον θα πρέπει να αναζητηθεί στο κυπριακό και στα παρεμφερή ζητήματα της εκμετάλλευσης του φυσικού αερίου και των στρατηγικών εταίρων της Κυπριακής Δημοκρατίας.

Και εδώ ακριβώς είναι που υπεισέρχεται στη συζήτηση το ζήτημα του ενδιάμεσου χώρου: Ενώ η ιδεολογική γραμμή του κέντρου και της «μικτής οικονομίας» αφορούν μόνο στο ΔΗΚΟ και στο δικό του αποκλειστικά ρόλο στο κυπριακό πολιτικό σύστημα, η έννοια του ενδιάμεσου χώρου απλώνεται πέραν του ΔΗΚΟ και στα υπόλοιπα κόμματα που εκτείνονται στο χώρο του φάσματος μεταξύ ΔΗΣΥ και ΑΚΕΛ. Είναι σαφώς πιο θωλή και αδιευκρίνιστη από την έννοια του κέντρου. Παρέχει όμως στο ΔΗΚΟ έναν μεγαλύτερο ζωτικό χώρο, αλλά και ευκαιρίες πολιτικών συγκλίσεων και αποφυγής του εκλογικά επικίνδυνου εναγκαλισμού των δύο μεγάλων κομμάτων. Ταυτόχρονα, η επιλογή μεταξύ κέντρου και ενδιάμεσου χώρου συνεπάγεται και ταυτόχρονη επιλογή μεταξύ ρυθμιστικού ρόλου και συγκρότησης τρίτου πόλου: εάν το ΔΗΚΟ θα παραμείνει προσκολλημένο στην ιδεολογία του κέντρου, τότε είναι πιο εύκολο να συνεχίσει να κινείται στη λογική του ρυθμιστή μεταξύ των δύο μεγάλων κομμάτων. Αν όμως επιλέξει τη δημιουργία πεδίου πολιτικών συγκλίσεων στα πλαίσια του ενδιάμεσου χώρου τότε αυτόματα μεταβαίνει στη λογική της συγκρότησης ενός τρίτου πόλου εξουσίας, χωρίς αυτό κατ’ ανάγκη να συνεπάγεται της δημιουργία ενός ενιαίου κόμματος.

Μια τέτοια προσπάθεια είχε καταβάλει ο αείμνηστος Τάσσος Παπαδόπουλος, μέσω της διεκδίκησης της επανεκλογής του με ένα συνασπισμό δυνάμεων αποκλειστικά προερχόμενων από τον ενδιάμεσο χώρο. Η προσπάθεια εκείνη απέτυχε καθ’ ότι τα δύο μεγάλα κόμματα, συναισθανόμενα τον κίνδυνο ανάδειξης ενός τρίτου πόλου, κατόρθωσαν να συσπειρωθούν. Αυτή τη στιγμή όμως το πολιτικό σκηνικό είναι διαφορετικό. Η συσπείρωση του ΔΗΣΥ πλησιάζει το απόλυτο, ενώ το ΑΚΕΛ ταλανίζεται από χαμηλή συσπείρωση και εσωτερικά προβλήματα, έχοντας διέλθει προσφάτως και την τραυματική εμπειρία της διακυβέρνησης Χριστόφια. Ίσως η απουσία μιας προσωπικότητας κοινής αποδοχής όπως ήταν ο Τάσσος Παπαδόπουλος να καθιστά μια τέτοια προσπάθεια δύσκολη, αλλά το πολιτικό σκηνικό την ευνοεί περισσότερο παρά ποτέ. Αν μάλιστα κανείς λάβει υπόψη το γεγονός ότι στις τελευταίες δημοσκοπήσεις το άθροισμα των ποσοστών του ΔΗΚΟ, της ΕΔΕΚ, της Συμμαχίας Πολιτών και των Οικολόγων ξεπερνούν τα ποσοτά του ΑΚΕΛ, τότε η υπόθεση αυτή ενισχύεται ακόμη περισσότερο.

Σχόλια

Σχόλια