Παρακολουθώντας την πρόσφατη συνέντευξη του πρώην Πρωθυπουργού της Ελλάδας και επίτιμου προέδρου της Νέας Δημοκρατίας, Κωνσταντίνου Μητσοτάκη, στο ΡΙΚ, επαναβεβαιώθηκε μία άποψη που διατηρώ εδώ και καιρό: συχνά η πολιτική και πολιτειακή ηγεσία Κύπρου και Ελλάδας υποπίπτει σε ένα καίριο σφάλμα στην προσέγγισή της περί τη διεθνή πολιτική και τα εθνικά θέματα. Αυτό έγκειται στο ότι αντιλαμβάνεται το άτομο ως το μοναδικό επίπεδο ανάλυσης μέσα από το οποίο μπορούμε να καταλήξουμε σε αποφάσεις εξωτερικής πολιτικής και γενικότερα αποφάσεις επί ζητημάτων εθνικής επιβίωσης, όπως είναι το κυπριακό. Η αντίληψη αυτή εξάγεται εν πολλοίς μέσα από τα λεγόμενα του κ. Μητσοτάκη. Π.χ. η αξιολόγησή του για τους εκάστοτε Προέδρους και πολιτικούς ηγέτες της Κυπριακής Δημοκρατίας είχε ως μοναδικό κριτήριο το βαθμό συμφωνίας τους με τις θέσεις του στο κυπριακό (αναποφάσιστος ο Κυπριανού, καλός ο Βασιλείου, ο καλύτερος ο Κληρίδης, κακός ο Παπαδόπουλος, ονειροπαρμένος ο Λυσσαρίδης κλπ). Επιπλέον, υποστήριξε ότι επί δικής του Πρωθυπουργίας και επί Προεδρίας Βασιλείου στην Κύπρο και Οζάλ στην Τουρκία βρέθηκαν πολύ κοντά σε λύση επειδή οι τρεις αυτοί ηγέτες ήταν αποφασισμένοι να καταλήξουν σε συμφωνία. Μία παρόμοια ατομοκεντρική προσέγγιση είχε υιοθετήσει και ο τέως Πρόεδρος της Κυπριακής Δημοκρατίας, κ. Δημήτρης Χριστόφιας, ο οποίος θεωρούσε ότι η δική του παρουσία στην Προεδρία της Δημοκρατίας, σε συνάρτηση με την παρουσία του κ. Ταλάτ στην ηγεσία του ψευδοκράτους, θα αποτελούσαν καταλυτικούς παράγοντες για την επίλυση του προβλήματος. Είναι όμως το στοιχείο της σύγκλισης των ατομικών επιθυμιών και αντιλήψεων αρκετό για να επιλυθεί ένα τόσο σοβαρό διεθνές και περιφερειακό πρόβλημα;

Το κρατικό επίπεδο ανάλυσης

Πέραν του ατόμου υπάρχουν άλλα δύο επίπεδα ανάλυσης τα οποία λαμβάνονται πολύ σοβαρά υπόψη στη διεθνή πολιτική: το κρατικό και το συστημικό. Ξεκινώντας από το κρατικό επίπεδο ανάλυσης, είναι σημαντικό να λαμβάνουμε υπόψη παραμέτρους όπως τα πάγια εθνικά συμφέροντα των κρατών (προεξάρχοντος του συμφέροντος της ασφάλειας και της επιβίωσης), οι κυρίαρχες κοινωνικές αντιλήψεις περί την εξωτερική πολιτική και τα εθνικά συμφέροντα, η πολιτική πίεση που ασκείται από την αντιπολίτευση, οι τάσεις που επικρατούν εντός του γραφειοκρατικού μηχανισμού του κράτους κ.α. Η δυνατότητα του ηγέτη να λάβει αποφάσεις με βάση τις δικές του αντιλήψεις και το δικό του ψυχισμό συχνά περιορίζεται (ή καταστέλλεται) ως αποτέλεσμα της αλληλεπίδρασής του με παραμέτρους όπως οι προαναφερθείσες. Δεν εκπλήσσει λοιπόν το ότι, κατά τον κ. Μητσοτάκη, ο Μεσούτ Γιλμάζ έφερε καταλυτικά προσκόμματα στη συμφωνία που κυοφορείτο (όπως ο ίδιος ισχυρίζεται) τότε. Ο κ. Γιλμάζ υπήρξε Υπουργός Εξωτερικών και στη συνέχεια Πρωθυπουργός της Τουρκίας κατά την περίοδο στην οποία αναφέρεται ο κ. Μητσοτάκης. Κατά συνέπεια, είτε υπό την πρώτη είτε από τη δεύτερη ιδιότητα (αναλόγως της συγκεκριμένης χρονικής στιγμής η οποία δεν διευκρινίζεται από τα λεγόμενα του κ. Μητσοτάκη) ο κ. Γιλμάζ δεν ενεργούσε απλώς ως άτομο. Ενεργούσε ως θεσμός ο οποίος –πέραν των αντιλήψεων και των πολιτικών συμφερόντων του ατόμου Γιλμάζ- επηρεάζεται από την κοινή γνώμη, τις ισορροπίες στο κόμμα του οποίου ηγείτο, τους συμβούλους του, τις δομές του τουρκικού κράτους, τους πολιτικούς του αντιπάλους κ.α. Είναι λοιπόν σφάλμα να πιστεύουμε ότι το άτομο –αεροστεγώς απομονωμένο από τις συνθήκες που το περιβάλλουν- μπορεί να θεωρηθεί ως ο μοναδικός καταλύτης για τη λήψη μιας σοβαρής πολιτικής απόφασης.

Το συστημικό επίπεδο ανάλυσης

Ένα τρίτο επίπεδο ανάλυσης είναι το συστημικό. Πέραν του ατόμου με τις ιδιαιτερότητές του και του κράτους με τις δομές του, υπάρχει και το διεθνές σύστημα –ή τα περιφερειακά υποσυστήματά του. Η έννοια του συστήματος εξ’ ορισμού παραπέμπει σε ένα σύνολο μονάδων που αλληλεπιδρούν μεταξύ τους. Η αλληλεπίδραση αυτή –η σχέση μεταξύ των μονάδων, η μεταξύ τους κατανομή ισχύος και ο τρόπος με τον οποίο η μία τοποθετείται έναντι της άλλης- αποτελεί παράγοντα ο οποίος μπορεί είτε να αυξάνει είτε να περιορίζει τις επιλογές εξωτερικής πολιτικής του ατόμου και του κράτους. Δεν μπορεί ένας λήπτης πολιτικών αποφάσεων να ενεργήσει χωρίς να λάβει υπόψη του το διεθνές περιβάλλον τη δεδομένη στιγμή, τις τάσεις που αναμένεται να διαμορφώσουν το διεθνές περιβάλλον στο μέλλον, την επιρροή που ασκεί η κατανομή ισχύος και τους κινδύνους ή τις ευκαιρίες που ενδεχομένως να προμηνύει μια διαφοροποιημένη κατανομή ισχύος στο μέλλον κ.α. Σε αυτό το πλαίσιο εισέρχεται στην εξίσωση η ανάγκη ύπαρξης σοβαρής γεωστρατηγικής ανάλυσης και στάθμισης όλων των εξωτερικών παραγόντων που επηρεάζουν την ασφάλεια και το μέλλον ενός λαού. Δεν μπορεί π.χ. κανείς να υποβαθμίζει τις πάγιες αξιώσεις της τουρκικής πλευράς στο κυπριακό, τη γεωστρατηγική αξία της Τουρκίας και της Κυπριακής Δημοκρατίας σε σχέση με τη μεταβλητότητα της κατανομής ισχύος και των συγκλίσεων και αποκλίσεων συμφερόντων στο διεθνές σύστημα, το ρόλο των διεθνών θεσμών και του διεθνούς δικαίου στην εξίσωση επίλυσης του κυπριακού κ.α.

Ο τρόπος σκέψης του κ. Μητσοτάκη, όπως εκφράστηκε μέσα από τα λεγόμενά του στο ΡΙΚ, αντικατοπτρίζει μια διαχρονική παθογένεια του Ελληνισμού σε σχέση με τα εθνικά θέματα και κυρίως το κυπριακό: οι πολιτικές αποφάσεις πάσχουν από έλλειψη στρατηγικού υποβάθρου. Το στρατηγικό υπόβαθρο διασφαλίζεται από σοβαρές δομές παραγωγής στρατηγικής σκέψης οι οποίες είναι απαραίτητες, κυρίως για κράτη τα οποία αντιμετωπίζουν κινδύνους ασφαλείας και επιβίωσης. Όσο το μέλλον μας επαφίεται αποκλειστικά και μόνον στην κρίση των πεφωτισμένων ηγετών μας, τόσο η Ελλάδα και η Κυπριακή Δημοκρατία θα πατούν πάνω σε ένα θανάσιμο κενό ασφαλείας.

Σχόλια

Σχόλια