Στο άρθρο αυτό διατυπώνονται κάποιες σκέψεις με αφορμή την επικείμενη επίσκεψη του Αμερικανού Αντιπροέδρου στην Κύπρο στα πλαίσια της εν εξελίξει πρωτοβουλίας για το κυπριακό, σε συνδυασμό με την πρόσφατα εκδοθείσα απόφαση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων.

Διαχρονικές και σύγχρονες τάσεις

Οι Ηνωμένες Πολιτείες Αμερικής είναι –από το τέλος του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου και έπειτα- μια υπερδύναμη πλανητικής κλίμακας. Μέσω μιας παγκόσμιας παρεμβατικής στρατηγικής διαμόρφωσαν σε μεγάλο βαθμό το σύγχρονο διεθνές σύστημα, με τις θεσμικές ρυθμίσεις και τις περιφερειακές ισορροπίες που ισχύουν εντός του. Έχοντας όμως σε αρκετές περιπτώσεις χάσει το μέτρο του ορθολογισμού, η αμερικανική παρεμβατική στρατηγική τόσο κατά την περίοδο του Ψυχρού Πολέμου, κυρίως όμως κατά τη μεταψυχροπολεμική περίοδο, συχνά γινόταν πέραν του δέοντος επεκτατική.

Εσχάτως όμως παρατηρούμε μια γενική στροφή της αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής προς τη λογική της «φιλικής» διαμεσολάβησης σε κρίσεις οι οποίες παλαιότερα ενδεχομένως να προκαλούσαν ακόμα και άμεση στρατιωτική παρέμβαση των Ηνωμένων Πολιτειών. Χαρακτηριστικό παράδειγμα η περίπτωση της Συρίας. Πάντως, η αποτελεσματικότητα της σύγχρονης αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής φαίνεται να έχει υποχωρήσει σε σημαντικό βαθμό, γεγονός που αποδεικνύεται από την αποτυχία της τόσο στη Συρία, όσο και στην περίπτωση της Ουκρανίας και, κυρίως, στο μεσανατολικό, όπου ο Υπουργός Εξωτερικών Τζον Κέρυ είχε επενδύσει τεράστιο διπλωματικό κεφάλαιο. Το γεγονός αυτό ίσως να μην είναι άσχετο με τη γενικότερη υποχώρηση των Ηνωμένων Πολιτειών από τις διεθνείς τους δεσμεύσεις μετά την –από πολλές απόψεις- τραυματική εμπειρία του Ιράκ.

Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, η αμερικανική εξωτερική πολιτική στο περιφερειακό τόξο Αν. Μεσογείου-Μ. Ανατολής-Β. Αφρικής φαίνεται να έχει εναποθέσει στο κυπριακό τις ελπίδες της για κάποια επιτυχία και αντιστροφή της αρνητικής της εικόνας. Η εν εξελίξει πρωτοβουλία, σε συνδυασμό με τη συγκυρία της ανεύρεσης ενεργειακών πόρων στον υποθαλάσσιο χώρο της λεκάνης της Λεβαντίνης, καλλιεργούν ελπίδες στην Ουάσιγκτον ότι μια νέα ισορροπία στην Κύπρο και την ευρύτερη περιοχή, φιλική προς τα αμερικανικά συμφέροντα, είναι εφικτή. Η προσωπική πολιτική ατζέντα του κ. Κέρυ, σε συνδυασμό με την διαχρονική τάση των Ηνωμένων Πολιτειών να επιθυμούν την επικράτηση ισορροπιών που ευνοούν τα συμφέροντά τους σε περιοχές υψηλής γεωστρατηγικής αξίας, συναποτελούν τα βασικά πρίσματα πίσω από τα οποία μπορεί κανείς να εξετάσει την αμερικανική πρωτοβουλία στο κυπριακό.

Υπάρχει όμως και ένας άλλος παράγοντας, επίσης διαχρονικός στα πλαίσια της αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής, ο οποίος χρήζει ιδιαίτερης προσοχής από την Κυπριακή Δημοκρατία. Και αυτό γιατί ο παράγοντας αυτός παρέχει ευκαιρίες θετικού επηρεασμού της αμερικανικής πολιτικής στο κυπριακό, σε μια περίοδο κατά την οποία η αμερικανική εμπιστοσύνη έναντι της παραδοσιακής συμμάχου Τουρκίας παρουσιάζεται κλονισμένη. Πρόκειται για το κλασικό δίλημμα μεταξύ αρχών και συμφερόντων.

Αρχές vs συμφέροντα: Ένα κλασικό αμερικανικό δίλημμα

Τα κράτη που προβάλλουν διεθνείς ηγεμονικές αξιώσεις δεν είναι δυνατό να στηρίζουν τις ενέργειες διαχείρισης του διεθνούς τους ρόλου μόνο στην «σκληρή» τους ισχύ. Αντίθετα, οι ηγεμόνες είναι αναγκασμένοι να αποδίδουν δημόσια αγαθά στις υπόλοιπες μονάδες του συστήματος με στόχο τη νομιμοποίηση της ηγεμονικής τους αρχής. Το διεθνές δίκαιο, τα ανθρώπινα δικαιώματα και η παγκόσμια οικονομία της αγοράς αποτελούν ίσως τα σημαντικότερα από τα δημόσια αγαθά που διανέμονται στα πλαίσια της διακυβέρνησης του διεθνούς συστήματος. Ως εκ τούτου, οι Ηνωμένες Πολιτείες τάσσονται επί της αρχής υπέρ του σεβασμού και της εφαρμογής τους, ως θεμελιώδεις αρχές λειτουργίας του διεθνούς συστήματος. Εν τούτοις, η εφαρμογή τους δεν είναι πάντοτε συμβατή με τα υλικά συμφέροντα των Ηνωμένων Πολιτειών, γεγονός που συχνά οδηγεί σε μια διελκυστίνδα μεταξύ του σεβασμού των αρχών διεθνούς διακυβέρνησης και των υλικών συμφερόντων της υπερδύναμης.

Το δίλημμα αυτό αναπόδραστα επηρέασε σε αρκετές περιπτώσεις και την αμερικανική πολιτική στο κυπριακό. Χαρακτηριστική αυτής της προσπάθειας εξισορρόπησης μεταξύ αρχών (δίκαιο βάσει των συμφωνηθέντων στα πλαίσια των διεθνών θεσμών) και συμφέροντος (διατήρηση ηρεμίας στους κόλπους του ΝΑΤΟ) ήταν η διαχείριση από πλευράς Ουάσιγκτον των ελληνικών προσφυγών στις Γενικές Συνελεύσεις του ΟΗΕ των ετών 1954, 1955 και 1956. Προσφυγές οι οποίες βασίζονταν στο δικαίωμα των Κυπρίων για αυτοδιάθεση, όπως αυτό προέκυπτε από τον Καταστατικό Χάρτη του ΟΗΕ. Εξ’ ου και η άρνηση των Ηνωμένων Πολιτειών να αποδεχτούν το αίτημα του Ηνωμένου Βασιλείου για καταψήφιση του αιτήματος της Ελλάδας για συμπερίληψη του ζητήματος της Κύπρου στην ατζέντα της ΓΣ του 1954. Σε εκείνη τη ψηφοφορία οι Ηνωμένες Πολιτείες τήρησαν αποχή, μια επιλογή που κινείτο στα όρια των αμερικανικών αρχών όπως παραδεχόταν σε επιστολή του προς το Βρετανό Πρωθυπουργό Ουίνστον Τσώρτσιλ ο Αμερικανός Υπουργός Εξωτερικών Τζων Φόστερ Ντάλες.

Ένα άλλο παράδειγμα ενεργοποίησης αυτού του διλήμματος είναι η ανάγκη για στήριξη της Τουρκίας σε αντιδιαστολή με το αίτημα της τελευταίας για αναγνώριση του ψευδοκράτους. Αν και η Τουρκία υπήρξε πάντοτε στρατηγικός εταίρος για τις Ηνωμένες Πολιτείες με ενίοτε τεράστια σημασία για τις αμερικανικές περιφερειακές πολιτικές στην ευαίσθητη περιοχή μας, εν τούτοις δεν κατόρθωσε ποτέ να πείσει τις Ηνωμένες Πολιτείες να προβούν σε αυτή την κίνηση. Αιτία η ασυμβατότητα μιας τέτοιας απόφασης με το διεθνές δίκαιο και τα ψηφίσματα του ΟΗΕ, γεγονός που θα κλόνιζε τη διεθνή νομιμοποίηση της αμερικανικής διεθνούς ηγεσίας. Εν τούτοις, μέσα από μια εξεζητημένη πολιτική ισορροπίας μεταξύ αρχών και συμφερόντων, οι Ηνωμένες Πολιτείες στήριζαν σε αρκετά μεγάλο βαθμό τις τουρκικές αξιώσεις στο κυπριακό προσδοκώντας σε τέτοιες υποχωρήσεις από την πλευρά της Κυπριακής Δημοκρατίας που θα ξερίζωναν αυτό το «αγκάθι». Αν το θύμα της παραβίασης του διεθνούς δικαίου απέσυρε την αξίωση αποκατάστασής του, τότε αυτόματα το ζήτημα θα εθεωρείτο λήξαν.

Οι προεκτάσεις της πρόσφατης απόφασης του ΕΔΑΔ

Η απόφαση του ΕΔΑΔ της 12ης Μαΐου 2014, με την οποία επιδικάζεται σημαντικό ποσό αποζημίωσης για τους συγγενείς των αγνοουμένων και τους εγκλωβισμένους, αποτελεί σημαντικό ορόσημο για τις διεκδικήσεις της Κυπριακής Δημοκρατίας στο κυπριακό. Αποτελεί όμως και μια χρυσή ευκαιρία επηρεασμού της αμερικανικής πολιτικής στο κυπριακό την ώρα που οι διαπραγματεύσεις βρίσκονται σε κρίσιμη καμπή. Σε μια περίοδο κατά την οποία η αμερικανική εμπιστοσύνη έναντι της Τουρκίας είναι κλονισμένη, με μια αμερικανική διακυβέρνηση η οποία είναι ευαίσθητη σε θέματα ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Το κυπριακό δεν είναι μόνο θέμα περιφερειακών ισορροπιών, όπως συχνά αντιμετωπίζεται από τις Ηνωμένες Πολιτείες. Ούτε φυσικά μια απλή διακοινοτική διαφορά, όπως η Τουρκία επιχειρεί να το παρουσιάσει. Είναι πρωτίστως θέμα παραβίασης, σεβασμού και αποκατάστασης ανθρωπίνων δικαιωμάτων.

Αν και μέχρι πρόσφατα –με αποκορύφωμα την περίοδο 2002-2004- η ισορροπία μεταξύ αρχών και συμφερόντων στα πλαίσια της αμερικανικής πολιτικής στο κυπριακό βάρυνε κυρίως υπέρ των συμφερόντων, σήμερα τα πράγματα είναι κάπως διαφορετικά. Η επιθυμία των Ηνωμένων Πολιτειών για σύντομο κλείσιμο του κυπριακού παραμένει η ίδια. Εν τούτοις, το διπλωματικό κεφάλαιο το οποίο είναι διατεθειμένες να σπαταλήσουν προς όφελος της Τουρκίας και των άνομων επιδιώξεών της είναι περιορισμένο. Ταυτόχρονα, μεταβάλλεται σταδιακά η ισορροπία συμφερόντων στην περιοχή εξ’ αιτίας της ανακάλυψης υδρογονανθράκων στην κυπριακή ΑΟΖ, σε συνδυασμό με τις εσωτερικές εξελίξεις στην Τουρκία.

Όμως τα δεδομένα αυτά δεν μπορούν από μόνα τους να επιδράσουν υπέρ των συμφερόντων της Κυπριακής Δημοκρατίας αν εμείς δεν το επιδιώξουμε. Μόνο μια αναπροσαρμογή των στρατηγικών μας επιδιώξεων στη βάση των νέων δεδομένων μπορεί να επιδράσει προς αυτή την κατεύθυνση. Η πρόσφατη απόφαση του ΕΔΑΔ αποτελεί ίσως ένα καλό «ξυπνητήρι» που μας υποδεικνύει τις δυνατότητες που έχει η Κυπριακή Δημοκρατία για ανατροπή των αρνητικών δεδομένων που διαμορφώθηκαν τα τελευταία χρόνια στο κυπριακό και για ουσιαστική εκμετάλλευση των νέων διεθνοπολιτικών ισορροπιών που διαμορφώνονται στην περιοχή μας.

 

Αναδημοσίευση από το Φιλελεύθερο, 19/05/2014

Σχόλια

Σχόλια